Συνεντεύξεις

Θοδωρής Δρίτσας: Να κάνουμε τη δική μας αξιολόγηση

Ο Θοδωρής Δρίτσας σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στην εφημερίδα «Εποχή» κάνει μια πρώτη εκτίμηση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης και των αποφάσεων του Γιουρογκρουπ, δίνοντας έμφαση στο δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει από εδώ και εμπρός ο ΣΥΡΙΖΑ με την άμεση εφαρμογή ενός προγράμματος που θα διαθέτει οραματικά στοιχεία, όπως θα εκπονηθεί από το συνέδριο του κόμματος, όποτε γίνει αυτό.

Τη συ­νέ­ντευ­ξη πή­ρε η Ιωάν­να Δρό­σου

Πώς α­πο­τι­μά­τε την κα­τά­λη­ξη του Γιού­ρο­γκρουπ της πε­ρα­σμέ­νης Τρί­της;
Εί­ναι θε­τι­κή ε­ξέ­λι­ξη το γε­γο­νός ό­τι το σχέ­διο, που ως Κυ­βέρ­νη­ση εί­χα­με, έ­φτα­σε σε ση­μείο ο­λο­κλή­ρω­σης. Έκλει­σε αυ­τός ο πρώ­τος κύ­κλος, με βά­ση τον προ­γραμ­μα­τι­σμό που υ­πήρ­χε κυ­ρίως α­πό τη δι­κή μας πλευ­ρά. Για να συμ­βούν αυ­τά, βέ­βαια, θε­σμο­θε­τή­θη­κε μια σει­ρά α­πό πο­λύ σκλη­ρά μέ­τρα, που γεν­νούν πρό­σθε­τες δυ­σκο­λίες σε ε­κα­τομ­μύ­ρια πο­λί­τες. Αυ­τός ο πρώ­τος κύ­κλος ε­πι­σφρα­γί­ζει τις δε­σμεύ­σεις που α­να­λά­βα­με τον πε­ρα­σμέ­νο Ιού­λιο, α­ξιο­λο­γώ­ντας πως ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη ε­πι­λο­γή θα ή­ταν πιο κα­τα­στρο­φι­κή. Χρέ­ος μας εί­ναι να δου­λέ­ψου­με με τέ­τοιο τρό­πο, ώ­στε στο μέλ­λον να μην α­ντι­με­τω­πί­σου­με τό­σο ο­ρια­κά και α­ξε­πέ­ρα­στα δι­λήμ­μα­τα.

Ο Γ. Κου­μου­τσά­κος χα­ρα­κτή­ρι­σε «τα­πει­νω­τι­κή συν­θη­κο­λό­γη­ση» τη συμ­φω­νία. Πώς κρί­νε­τε τη στά­ση της α­ξιω­μα­τι­κής α­ντι­πο­λί­τευ­σης;
Με αυ­τή τη ρη­το­ρι­κή, ε­πι­χει­ρεί­ται η α­παλ­λα­γή των συ­στη­μι­κών κομ­μά­των, που κυ­βέρ­νη­σαν για δε­κα­ε­τίες τη χώ­ρα και υ­πη­ρέ­τη­σαν πι­στά τις συ­ντε­ταγ­μέ­νες των νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων ε­πι­λο­γών που ο­δή­γη­σαν στην κρί­ση που βιώ­νου­με σή­με­ρα. Ας μη γε­λιό­μα­στε οι αι­τίες της κρί­σης εί­ναι η α­πα­ξίω­ση της πα­ρα­γω­γι­κής βά­σης της χώ­ρας, η αύ­ξη­ση της νό­μι­μης φο­ρο­α­πο­φυ­γής και της πα­ρά­νο­μης φο­ρο­δια­φυ­γής, η αύ­ξη­ση των κοι­νω­νι­κών α­νι­σο­τή­των και το ξή­λω­μα του κοι­νω­νι­κού κρά­τους, που η Νέα Δη­μο­κρα­τία και το ΠΑ­ΣΟΚ κα­τά­φε­ραν στα χρό­νια που κυ­βέρ­νη­σαν. Αυ­τό που προ­σπα­θεί να κά­νει ο κ. Κου­μου­τσά­κος μι­λώ­ντας για «συν­θη­κο­λό­γη­ση», εί­ναι να πε­τά­ξει τη μπά­λα στην ε­ξέ­δρα. Εμείς συμ­βι­βα­στή­κα­με με­τά α­πό σκλη­ρή μά­χη, την ο­ποία χά­σα­με. Αυ­τοί συν­θη­κο­λό­γη­σαν χω­ρίς να δώ­σουν κα­μία μά­χη. Αυ­τή η δια­φο­ρά, δεν α­φο­ρά μό­νο στην Ιστο­ρία. Έχει να κά­νει και με την προο­πτι­κή.

Να ορ­γα­νώ­σου­με τις ε­πε­ξερ­γα­σίες μας

Ωστό­σο, δεν έ­χει ο­λο­κλη­ρω­θεί α­κό­μα η α­ξιο­λό­γη­ση. Υπάρ­χουν και νέα προ­α­παι­τού­με­να, που δεν ι­κα­νο­ποιή­θη­καν -κα­τά τους δα­νει­στές- με το νο­μο­σχέ­διο της πε­ρα­σμέ­νης Κυ­ρια­κής, και αυ­τά α­φο­ρούν το Ε­ΚΑΣ, το Ελλη­νι­κό, τα κόκ­κι­να δά­νεια και την Εγνα­τία…
Νο­μί­ζω, πως α­πό τη στιγ­μή που έ­κλει­σε η α­ξιο­λό­γη­ση, θα βρε­θεί τρό­πος να ρυθ­μι­στούν και να α­ντι­με­τω­πι­στούν αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα, που δεν παύουν να εί­ναι ση­μα­ντι­κά. Ας μη ξε­χνά­με, πως η α­ξιο­λό­γη­ση έ­κλει­σε με έ­να σκλη­ρό πα­κέ­το μέ­τρων.

Ο πρω­θυ­πουρ­γός, σε συ­νά­ντη­ση που εί­χε με τον κ. Αβρα­μό­που­λο, α­να­φέρ­θη­κε στη συμ­φω­νία λέ­γο­ντας πως «βγαί­νου­με α­λώ­βη­τοι, όρ­θιοι και τώ­ρα αρ­χί­ζει ο με­γά­λος και δύ­σκο­λος α­γώ­νας να ε­που­λώ­σου­με τις πλη­γές, που έ­χουν υ­πο­στεί οι α­δύ­να­μοι συ­μπο­λί­τες». Συμ­φω­νεί­τε με αυ­τή την ε­κτί­μη­ση
Κα­τά τη γνώ­μη μου, ορ­θά α­ξιο­λο­γεί ο Αλέ­ξης Τσί­πρας πως δια­μορ­φώ­νο­νται ό­ροι και προϋπο­θέ­σεις, που -αν α­ξιο­ποιη­θού­ν- θα α­νοί­ξουν νέ­ους δρό­μους. Εάν αυ­τό δεν ι­σχύει, τό­τε δεν έ­χει νό­η­μα αυ­τό που κά­να­με το προ­η­γού­με­νο διά­στη­μα. Επο­μέ­νως, τώ­ρα που κλεί­νει αυ­τός ο κύ­κλος, πρέ­πει να βλέ­που­με μπρο­στά. Πράγ­μα­τι σε αυ­τό πρέ­πει ά­με­σα και έ­μπρα­κτα να α­πα­ντή­σου­με. Να πε­ρι­γρά­ψου­με με σο­βα­ρή ε­κτί­μη­ση, τον ο­δι­κό χάρ­τη της ε­πό­με­νης μέ­ρας.

Ωστό­σο, η ε­πι­τή­ρη­ση συ­νε­χί­ζει ή και ε­ντα­τι­κο­ποιεί­ται. Τι πε­ρι­θώ­ρια υ­πάρ­χουν για νέ­ους δρό­μους; Ποια θα εί­ναι τα ε­πό­με­να βή­μα­τα;
Όπως ξα­να­εί­πα, η α­ξιο­λό­γη­ση ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε. Τώ­ρα ο­φεί­λου­με να κά­νου­με τη δι­κή μας α­ξιο­λό­γη­ση. Αυ­τή που α­φο­ρά στο κυ­βερ­νη­τι­κό πε­δίο, αλ­λά και στο πε­δίο προ­βλη­μα­τι­σμού ε­ντός του κόμ­μα­τος. Πρέ­πει ά­με­σα να ορ­γα­νώ­σου­με τις ε­πε­ξερ­γα­σίες του και να θέ­σου­με τα καί­ρια ε­ρω­τή­μα­τα, στα ο­ποία θα πρέ­πει να α­πα­ντή­σει το συ­νέ­δριο, ό­πο­τε και αν γί­νει αυ­τό. Εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη η δι­κή μας α­ξιο­λό­γη­ση. Για να μας δώ­σει το α­πο­τύ­πω­μα των δρό­μων που δια­βή­κα­με. Αυ­τών που κλεί­σα­με, αυ­τών που α­νοί­ξα­με και αυ­τών πά­νω στους ο­ποίους θα κι­νη­θού­με. Εί­ναι η στιγ­μή να θέ­σου­με τα δι­κά μας προ­α­παι­τού­με­να, να χα­ρά­ξου­με το δι­κό μας ο­δι­κό χάρ­τη, με βά­ση τα νέα δε­δο­μέ­να.

Ορα­μα­τι­κό πρό­γραμ­μα στις νέες συν­θή­κες

Ανα­φέ­ρε­στε στο πα­ράλ­λη­λο πρό­γραμ­μα; Διό­τι αυ­τό ή­ταν μέ­ρος των προ­γραμ­μα­τι­κών δη­λώ­σεων τον πε­ρα­σμέ­νο Σε­πτέμ­βρη.
Το πα­ράλ­λη­λο πρό­γραμ­μα, τμή­μα­τα του ο­ποίου -έ­στω και α­πο­σπα­σμα­τι­κά και με πολ­λά πι­σω­γυ­ρί­σμα­τα- τρέ­ξα­με το προ­η­γού­με­νο διά­στη­μα, εί­ναι υ­πο­χρέω­σή μας να το υ­λο­ποιή­σου­με προ­σθέ­το­ντας και νέες ε­πε­ξερ­γα­σίες. Μι­λώ για έ­να ε­ναλ­λα­κτι­κό πρό­γραμ­μα κυ­βερ­νη­τι­κής πο­λι­τι­κής, που θα εκ­κι­νή­σει το σχέ­διο πα­ρα­γω­γι­κής α­να­συ­γκρό­τη­σης. Το κόμ­μα πρέ­πει τώ­ρα να λει­τουρ­γή­σει συλ­λο­γι­κά. Να γί­νει έ­νας ζω­ντα­νός ορ­γα­νι­σμός πα­ρα­γω­γής ε­πε­ξερ­γα­σιών. Να μην φο­βη­θού­με τον κίν­δυ­νο της ε­σω­στρέ­φειας. Δια­τη­ρώ­ντας ε­ξω­στρε­φή κα­τεύ­θυν­ση δρά­σης, πρέ­πει να α­φιε­ρώ­σου­με πο­λύ χρό­νο για συ­στη­μα­τι­κή συ­ζή­τη­ση και τεκ­μη­ριω­μέ­νη πα­ρα­γω­γή α­πα­ντή­σεων. Εί­ναι η στιγ­μή που θα κρι­θούν ό­λα τα ζη­τή­μα­τα. Εί­μα­στε ε­γκλω­βι­σμέ­νοι σε έ­να βα­ρέ­λι δί­χως πά­το ή α­νοί­γε­ται μπρο­στά μας έ­νας ο­ρί­ζο­ντας; Όλα αυ­τά πρέ­πει να τα α­ξιο­λο­γή­σου­με και ο πυ­ρή­νας αυ­τών των α­ξιο­λο­γή­σεων δεν εί­ναι μό­νο κά­ποιες προ­γραμ­μα­τι­κές, τε­χνο­κρα­τι­κές ή πο­λι­τι­κές ε­πε­ξερ­γα­σίες. Εί­ναι κυ­ρίως η ε­πα­νε­πι­βε­βαίω­ση της σχέ­σης μας με τα λαϊκά στρώ­μα­τα και την α­ρι­στε­ρή συ­νεί­δη­ση των πο­λι­τών.

Προ­α­ναγ­γέλ­θη­κε α­πό τον Ν. Βού­τση σει­ρά νο­μο­σχε­δίων, που μέ­χρι στιγ­μής δεν εί­χαν κα­τα­τε­θεί, ύ­στε­ρα α­πό τη δια­φω­νία των θε­σμών. Τώ­ρα θα μπο­ρεί α­νε­μπό­δι­στα να νο­μο­θε­τεί η κυ­βέρ­νη­ση;
Πρό­κει­ται για ση­μα­ντι­κές νο­μο­θε­τι­κές πρω­το­βου­λίες. Συν­δέ­ο­νται με ό­σα α­πά­ντη­σα πιο πά­νω. Και ε­δώ χρεια­ζό­μα­στε, ε­κτός α­πό το πο­λι­τι­κό – κοι­νο­βου­λευ­τι­κό σώ­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, να ε­μπλα­κεί στον ε­πα­να­κα­θο­ρι­σμό των στό­χων το κομ­μα­τι­κό και το κοι­νω­νι­κό σώ­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, με βά­ση τη θε­τι­κή και την αρ­νη­τι­κή ε­μπει­ρία που α­πο­κτή­σα­με. Δεν μπο­ρού­με να μεί­νου­με πια σε γε­νι­κές κα­τευ­θύν­σεις. Τώ­ρα εί­μα­στε μέ­σα στα πράγ­μα­τα και ε­πο­μέ­νως πρέ­πει να α­ξιο­ποιή­σου­με αυ­τή τη θέ­ση, για να δού­με τι πρέ­πει να αλ­λά­ξει και τι μπο­ρού­με να αλ­λά­ξου­με, σε ποια κα­τεύ­θυν­ση και τι πρέ­πει και μπο­ρού­με να διεκ­δι­κή­σου­με. Και να μην το φο­βη­θού­με. Το ό­τι η Κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. – Οι­κο­λό­γων, ε­πέ­δει­ξε πλή­ρη συ­νέ­πεια σε έ­να πρό­γραμ­μα που δεν υιο­θε­τεί, δε μπο­ρεί αυ­τό να μην α­πο­τε­λέ­σει βά­ση διεκ­δί­κη­σης, για έ­να πρό­γραμ­μα που θα ται­ριά­ζει και με το δι­κό μας ό­ρα­μα. Μό­νο που αυ­τό πρέ­πει να το φτιά­ξου­με στις νέες συν­θή­κες. Αν δεν το κά­νου­με, τό­τε η ε­πι­τή­ρη­ση -που πράγ­μα­τι υ­πάρ­χει- θα εί­ναι ά­νευ ό­ρων. Η ε­πι­τή­ρη­ση σε αυ­τά τα δε­δο­μέ­να αμ­βλύ­νε­ται με την α­ξιο­ποίη­ση και της πα­ρα­μι­κρής ρωγ­μής και αυ­τή η δυ­να­τό­τη­τα δεν πρέ­πει να χα­θεί, ό­σο κι αν συ­χνά η προ­σπά­θεια αυ­τή μοιά­ζει με ά­λυ­το σταυ­ρό­λε­ξο.

Στο υ­περ­τα­μείο προ­βλέ­πο­νται και νέες ι­διω­τι­κο­ποιή­σεις. Υπάρ­χει η δυ­να­τό­τη­τα ε­λιγ­μών στην κα­τεύ­θυν­ση προ­στα­σίας της πε­ριου­σίας του δη­μο­σίου;
Επα­νέρ­χο­μαι στην α­νά­γκη ε­πα­να­κα­θο­ρι­σμού της προ­γραμ­μα­τι­κής βά­σης της κυ­βέρ­νη­σης και του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ συ­νο­λι­κά. Εί­ναι έ­να πε­δίο που μπο­ρού­με να α­να­με­τρη­θού­με. Το υ­περ­τα­μείο εί­ναι ά­με­σα ή έμ­με­σα έ­νας μη­χα­νι­σμός ε­πο­πτείας. Αλλά εί­ναι α­κό­μα δια­πραγ­μα­τεύ­σι­μο το αν θα α­πο­δειχ­θεί έ­νας μη­χα­νι­σμός ε­πο­πτείας «για την πώ­λη­ση α­ση­μι­κών» ή έ­νας μη­χα­νι­σμός ε­πο­πτείας για τη με­γι­στο­ποίη­ση της δη­μό­σιας πε­ριου­σίας και την α­ξιο­ποίη­σή της. Δεν εί­ναι, λοι­πόν, προ­δια­γε­γραμ­μέ­να τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της λει­τουρ­γίας αυ­τού του υ­περ­τα­μείου, έ­στω και αν υ­πάρ­χουν διά­φο­ρες οι­κο­νο­μι­κές συ­γκρο­τή­σεις που έ­χουν βλέ­ψεις και ε­πι­διώ­ξεις στην πε­ριου­σία του δη­μο­σίου. Πρέ­πει να ορ­γα­νώ­σου­με μια συ­στη­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση για να α­ξιο­ποιή­σου­με και να με­γι­στο­ποιή­σου­με την πε­ριου­σία του Δη­μο­σίου και ό­χι για να την α­παλ­λο­τριώ­σου­με.

Την ερ­χό­με­νη ε­βδο­μά­δα ξε­κι­νά η ε­φαρ­μο­γή της αύ­ξη­σης του ΦΠΑ στα νη­σιά. Τι προ­βλέ­ψεις υ­πάρ­χουν για να α­ναι­ρε­θούν οι ε­πι­πτώ­σεις α­πό αυ­τή τη διά­τα­ξη;
Η νη­σιω­τι­κή πο­λι­τι­κή εί­ναι έ­να ζη­τού­με­νο που διαρ­κώς τί­θε­ται, κα­θώς έ­χει να κά­νει με την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα της νη­σιω­τι­κής Ελλά­δας, που δια­μορ­φώ­νει ει­δι­κές συν­θή­κες σε διά­φο­ρα πε­δία, ό­πως το ε­μπό­ριο ή οι συν­θή­κες για να πα­ρα­σχε­θούν οι δη­μό­σιες υ­πη­ρε­σίες ή να α­να­πτυχ­θούν οι δο­μές υ­γείας και παι­δείας. Ο ΦΠΑ εί­ναι μια ση­μα­ντι­κή πα­ρά­με­τρος, αλ­λά δεν εί­ναι η μό­νη. Και δεν ι­σχύει το ί­διο για κά­θε νη­σί. Γί­νο­νται κά­ποια βή­μα­τα, αλ­λά αν δεν δια­μορ­φώ­σου­με μια ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη νη­σιω­τι­κή πο­λι­τι­κή, που θα α­ξιο­ποιή­σει τα πλε­ο­νε­κτή­μα­τα των νη­σιών σε πολ­λά ε­πί­πε­δα και ό­χι μό­νο στον του­ρι­σμό, δεν θα πε­τύ­χου­με ό­σα πρέ­πει. Και νο­μί­ζω ό­τι αν το κά­νου­με αυ­τό, οι ε­πι­πτώ­σεις α­πό τον ΦΠΑ θα εί­ναι πο­λύ μι­κρό­τε­ρες. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, πρέ­πει να ε­πα­νέλ­θου­με ό­σο γί­νε­ται πιο γρή­γο­ρα σε μειω­μέ­νο ΦΠΑ στα νη­σιά.

Να τη­ρη­θεί η διε­θνής νο­μι­μό­τη­τα

Την πε­ρα­σμέ­νη βδο­μά­δα ξε­κί­νη­σε η εκ­κέ­νω­ση της Ει­δο­μέ­νης, με τους πρό­σφυ­γες να ο­δη­γού­νται ε­θε­λο­ντι­κά σε ορ­γα­νω­μέ­νες δο­μές. Ασκή­θη­κε έ­ντο­νη κρι­τι­κή στην α­πό­φα­ση α­πα­γό­ρευ­σης της δη­μο­σιο­γρα­φι­κής κά­λυ­ψης. Ήταν αυ­τή α­πα­ραί­τη­τη;
Η Ει­δο­μέ­νη δεν ή­ταν και δεν εί­ναι -α­πό τη με­ριά της Κυ­βέρ­νη­σης και του Ελλη­νι­κού Κρά­τους- χώ­ρος μό­νι­μης δια­μο­νής προ­σφύ­γων και με­τα­να­στών. Δεν εί­ναι, δη­λα­δή, μια δο­μή φι­λο­ξε­νίας, αλ­λά έ­νας ά­τυ­πος χώ­ρος δια­μο­νής, ο ο­ποίος δια­μορ­φώ­θη­κε ό­ταν έ­κλει­σαν τα σύ­νο­ρα, με τους αν­θρώ­πους που πα­ρέ­μει­ναν ε­κεί να αι­σθά­νο­νται πιο κο­ντά στην προσ­δο­κία ό­τι μπο­ρεί και να α­νοί­ξουν. Το σχέ­διο με­τα­φο­ράς αυ­τών των αν­θρώ­πων ε­ξε­λί­χτη­κε ο­μα­λά. Και εί­ναι μια κυ­βερ­νη­τι­κή ε­πι­τυ­χία και μια ε­πι­τυ­χία ό­σων α­νέ­λα­βαν την ευ­θύ­νη και το κα­τά­φε­ραν. Το ό­τι στο σχε­δια­σμό αυ­τό δε δό­θη­κε η δυ­να­τό­τη­τα συ­νε­χούς δη­μο­σιο­γρα­φι­κής κά­λυ­ψης, για να εί­ναι α­ντι­κεί­με­νο σο­βα­ρής κρι­τι­κής για πα­ρα­βία­ση της ε­λευ­θε­ρίας του Τύ­που, πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γι­στεί αυ­τό που ξέ­ρου­με, ό­τι οι κα­νό­νες δε­ο­ντο­λο­γίας δεν τη­ρή­θη­καν α­πό τον Τύ­πο και κυ­ρίως α­πό τις τη­λε­ο­πτι­κές με­τα­δό­σεις. Ο πε­ριο­ρι­σμός κά­λυ­ψης, πά­ντως, δεν ε­πη­ρέ­α­σε κα­θό­λου τη με­τα­φο­ρά της πλη­ρο­φό­ρη­σης, α­φού κα­νείς δεν α­πο­κλεί­στη­κε α­πό τον πυ­ρή­να της ε­νη­μέ­ρω­σης. Δεν υ­πήρ­ξε α­πό­κρυ­ψη ει­δή­σεων ή πλη­ρο­φο­ριών.

Ασκεί­ται έ­ντο­νη κρι­τι­κή για τον τρό­πο ε­φαρ­μο­γής της συμ­φω­νίας με­τα­ξύ Ευ­ρώ­πης και Τουρ­κίας, και ι­διαί­τε­ρα ως προς το σκέ­λος της προ­στα­σίας των δι­καιω­μά­των του αν­θρώ­που. Με­τά τις δη­λώ­σεις του Ερντο­γάν, η συμ­φω­νία αυ­τή εί­ναι στον αέ­ρα, την ί­δια ώ­ρα που χι­λιά­δες άν­θρω­ποι έ­χουν ε­γκλω­βι­στεί στην Ελλά­δα. Τι πρέ­πει να γί­νει;
Η συμ­φω­νία εί­ναι προϊόν του κλει­σί­μα­τος των συ­νό­ρων και της α­να­ζή­τη­σης της συμ­με­το­χής και της Τουρ­κίας στη δια­χεί­ρι­ση του προ­σφυ­γι­κού ζη­τή­μα­τος, ως χώ­ρας υ­πο­δο­χής προ­σφύ­γων και με­τα­να­στών α­πό τις ό­μο­ρες χώ­ρες (Συ­ρία, Αφγα­νι­στάν, Πα­κι­στάν, Κουρ­δι­στάν, Ιράκ). Πρό­κει­ται για μια συμ­φω­νία με πολ­λά λε­πτά ση­μεία, η ο­ποία, ό­μως, ρη­τά προ­βλέ­πει την τή­ρη­ση των διε­θνών συν­θη­κών, δη­λα­δή της Συν­θή­κης της Γε­νεύης και του Πρω­το­κόλ­λου της Νέ­ας Υόρ­κης. Κά­θε χώ­ρα της Ευ­ρώ­πης, ο­φεί­λει να τα τη­ρή­σει αυ­τά, με κά­θε τρό­πο. Πρέ­πει να ε­πι­τα­χύ­νου­με τις δια­δι­κα­σίες με­τα­φο­ράς των αν­θρώ­πων που βρί­σκο­νται στην Ελλά­δα, ό­πως προ­βλέ­πε­ται με τη δια­δι­κα­σία της με­τε­γκα­τά­στα­σης και ταυ­τό­χρο­να να ορ­γα­νώ­σου­με, για ό­σους μεί­νουν στη χώ­ρα μας, τις δια­δι­κα­σίες εν­σω­μά­τω­σης στη δη­μό­σια ζωή. Τα παι­διά πρέ­πει α­πό το Σε­πτέμ­βριο να πά­νε σχο­λείο και οι ε­νή­λι­κες να μπο­ρούν να α­να­ζη­τή­σουν νό­μι­μη δια­μο­νή και ερ­γα­σία. Μό­λις ο­λο­κλη­ρω­θεί η με­τα­φο­ρά των αν­θρώ­πων α­πό την Ει­δο­μέ­νη, τον Πει­ραιά και το Ελλη­νι­κό σε ορ­γα­νω­μέ­νες δο­μές, πρέ­πει να ε­πι­τα­χύ­νου­με τις δια­δι­κα­σίες προς αυ­τή την κα­τεύ­θυν­ση. Και φυ­σι­κά, να τη­ρή­σου­με τη διε­θνή νο­μι­μό­τη­τα, ως προς αυ­τούς, που δι­καιού­νται να ζη­τή­σουν ά­συ­λο.

Με α­φορ­μή μια κρι­τι­κή δή­λω­ση της Σ. Σα­κο­ρά­φα προς την κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή και τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ υ­πήρ­ξε α­νταλ­λα­γή δελ­τίων Τύ­που, που α­νέ­δει­ξαν δύο θέ­μα­τα, αυ­τό της δια­φά­νειας των οι­κο­νο­μι­κών, ι­διαί­τε­ρα ό­σον α­φο­ρά τις δο­μές αλ­λη­λεγ­γύης που στη­ρί­ζει ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και δεύ­τε­ρον της συ­νέ­πειας των βου­λευ­τών και κυ­βερ­νη­τι­κών στε­λε­χών στις οι­κο­νο­μι­κές τους υ­πο­χρεώ­σεις α­πέ­να­ντι στο κόμ­μα…
Δε θέ­λω να κά­νω κα­νέ­να σχό­λιο, που έ­χει α­να­φο­ρά σε πρό­σω­πα. Δεν το κά­νω πο­τέ, για­τί νο­μί­ζω ό­τι ο­δη­γεί σε λά­θος κα­τευ­θύν­σεις ο­ποιο­δή­πο­τε σχό­λιο, α­κό­μα και αν εί­ναι δί­καιο και κα­λο­προ­αί­ρε­το. Από ό­σα γνω­ρί­ζω, το πρό­βλη­μα της συλ­λο­γι­κής α­ντα­πό­κρι­σης της Κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Ομά­δας, σε με­γά­λο βαθ­μό έ­χει λυ­θεί ι­κα­νο­ποιη­τι­κά. Υπάρ­χουν και ζη­τή­μα­τα αυ­το­νό­μη­σης και προ­σω­πι­κής στά­σης και αυ­τό δεν εί­ναι και­νού­ριο. Κα­λό εί­ναι να ε­πα­νέλ­θου­με, ώ­στε ό­λοι να έ­χου­με σα­φή ό­ρια και συ­νεί­δη­ση του γε­γο­νό­τος ό­τι δε γί­να­με βου­λευ­τές ή δεν α­να­λά­βα­με ο­ποιο­δή­πο­τε άλ­λο α­ξίω­μα, ε­πει­δή εί­μα­στε σπου­δαίοι, ο κα­θέ­νας α­πό ε­μάς ως ά­το­μο. Εί­μα­στε κομ­μά­τι μιας συλ­λο­γι­κής δια­δι­κα­σίας και βά­ση αυ­τής λει­τουρ­γού­με, χω­ρίς αυ­τό να αμ­φι­σβη­τεί τη σπου­δαιό­τη­τα της προ­σω­πι­κό­τη­τάς μας, κά­τι που πρέ­πει να ι­σχύει για κά­θε άν­θρω­πο ε­πί της γης

Ανοι­χτή η κα­το­χύ­ρω­ση των σχέ­σεων ερ­γα­σίας στα λι­μά­νια

Οι ερ­γα­ζό­με­νοι στον ΟΛΠ και τον ΟΛΘ ξε­κί­νη­σαν α­περ­για­κές κι­νη­το­ποιή­σεις, κα­ταγ­γέλ­λο­ντας την κυ­βέρ­νη­ση για ε­μπαιγ­μό στα ερ­γα­σια­κά ζη­τή­μα­τα. Τε­λι­κά θα δια­σφα­λι­στούν τα δι­καιώ­μα­τα των ερ­γα­ζο­μέ­νω­ν;
Υπάρ­χει ού­τως ή άλ­λως, έ­να νο­μο­θε­τι­κό πλαί­σιο που σε ση­μα­ντι­κό βαθ­μό α­πο­τε­λεί μια βά­ση κα­το­χύ­ρω­σης. Δεν εί­μα­στε στο μη­δέν. Ωστό­σο, πα­ρα­μέ­νει α­νοι­χτή η πλή­ρης κα­το­χύ­ρω­ση, α­σφα­λών και στα­θε­ρών σχέ­σεων ερ­γα­σίας στα λι­μά­νια του Πει­ραιά και της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Εί­ναι κυ­βερ­νη­τι­κή θέ­ση, πως οι ι­διω­τι­κο­ποιή­σεις στον Πει­ραιά και τη Θεσ­σα­λο­νί­κη δεν πρέ­πει να συ­νο­δευ­τούν με διά­λυ­ση των σχέ­σεων αυ­τών και σε έ­να βαθ­μό εγ­γυή­σεις τέ­τοιες έ­χου­με συ­μπε­ρι­λά­βει στη Σύμ­βα­ση Πα­ρα­χώ­ρη­σης του ΟΛΠ και στη νο­μο­θε­σία για τη Δη­μό­σια Αρχή Λι­μέ­να.

Γρά­φτη­κε στον Τύ­πο πως γί­νε­ται προ­σπά­θεια πα­ρά­καμ­ψης της ι­διω­τι­κο­ποίη­σης του ΟΛ­Π, μέ­σω της νο­μο­θε­σίας για τη Δη­μό­σια Αρχή Λι­μέ­να. Ισχύει αυ­τό;
Κά­θε λι­μά­νι έ­χει κα­νο­νι­στι­κό πλαί­σιο λει­τουρ­γίας, α­νε­ξάρ­τη­τα αν α­νή­κει στο Κρά­τος, την Το­πι­κή Αυ­το­διοί­κη­ση, σε πα­ρα­γω­γι­κούς φο­ρείς ή σε ι­διώ­τες. Η Ρυθ­μι­στι­κή Αρχή Λι­μέ­να ο­ρί­ζει τους κα­νό­νες α­ντα­γω­νι­σμού και η Δη­μό­σια Αρχή Λι­μέ­να ο­ρί­ζει πλαί­σιο λει­τουρ­γίας. Αυ­τοί οι κα­νό­νες, εί­ναι σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση α­να­γκαίοι. Αυ­τό δε ση­μαί­νει ό­τι η Δη­μό­σια Αρχή Λι­μέ­να θα έ­χει πα­ράλ­λη­λη ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα. Αυ­τή θα γί­νε­ται α­πό τον ι­διώ­τη. Πρό­κει­ται για αυ­το­νό­η­τη συ­νέ­πεια του γε­γο­νό­τος ό­τι ο­δη­γη­θή­κα­με στην ι­διω­τι­κο­ποίη­ση. Όμως η Δη­μό­σια Αρχή θα προ­στα­τεύει, θα ε­πι­τη­ρεί και θα ε­λέγ­χει την τή­ρη­ση του ι­σχύο­ντος κα­νο­νι­στι­κού πλαι­σίου.

 

πηγή: Εποχή