Macro

Νεοφιλελεύθερα αινίγματα στο τραπέζι

Το αίνιγμα που έχει τεθεί στην Ουάσιγκτον και πρέπει να λυθεί, είναι εξαιρετικά δύσκολο. Διότι, ενώ υπάρχει ουσιαστική διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, ταυτόχρονα εντέλλονται από τα ίδια τα συμφέροντά τους να βρουν συμβιβαστική λύση. Και επειδή όλες σχεδόν οι αναλύσεις θεωρούν δεδομένο ότι το επίδικο είναι το ελληνικό χρέος, να σπεύσουμε να διαφωνήσουμε: αφορά το μεγάλο ευρωπαϊκό χρέος, δηλαδή τη διεθνή οικονομική ισορροπία, δηλαδή την οικονομική πολιτική που θα ασκηθεί, για να φύγει η ευρωπαϊκή οικονομία απ’ τη διπλή παγίδευση. Αλλά, όπως είπαμε, εντέλλονται να βρουν και λύση, όπως είδαμε και από τη δήλωση του νέου υπουργού Οικονομικών της διοίκησης Τραμπ, του κ. Μνούτσιν, ο οποίος παρότρυνε το ΔΝΤ να παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα, κάνοντας και ειδική αναφορά στο γεωπολιτικό.
Ασφαλώς, οι εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης στην εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ –που ως γνωστόν δεν παίρνει αποφάσεις– Τσακαλώτος, Παπαδημητρίου, Χουλιαράκης, Κουτεντάκης, Παπαδόπουλος, δεν είναι εκεί για να κουβεντιάσουν για το γεωπολιτικό, ή γενικώς για το ευρωπαϊκό χρέος, με τη διεθνή ευρωπαϊκή κατάσταση. Στο ελληνικό πρόβλημα θα επικεντρώσουν, αριθμούς και επιχειρήματα θα καταθέσουν για ελλείμματα, πλεονάσματα, ρυθμούς ανάπτυξης, απασχόληση, επιτόκια και μήκος ωρίμανσης του χρέους. Και έχουν πολλά υπέρ τους και θα τα πουν, όσο και αν οι αξιωματούχοι δεν ακούνε καλά.

Δοκιμαστικές διαπραγματευτικές βολές

Όμως, ταυτόχρονα, και πολύ σωστά, ο Αλέξης Τσίπρας στο άρθρο του στην Wall Street Journal με απόλυτη σαφήνεια σημείωσε ότι «η Ελλάδα δεν αποτελεί μια απομονωμένη, ιδιόμορφη περίπτωση, ανά το πεδίο όπου όλα τα υποβόσκοντα προβλήματα της Ευρώπης έρχονται στην επιφάνεια. Το παγκόσμιο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον βρίσκεται σε καθεστώς αβεβαιότητας». «Η σύγκρουση μεταξύ ΕΕ και ΔΝΤ σχετικά με το ελληνικό δημόσιο χρέος στερεί από την οικονομία μας πολύτιμο χρόνο και καθυστερεί την αναμενόμενη επιστροφή στην ανάπτυξη». Συγκρατημένα ανήσυχος για τα αποτελέσματα της διαβούλευσης στην Ουάσιγκτον ζήτησε να δοθεί «ένα τέλος στην τιμωρητική προσέγγιση του παρελθόντος».
Ποιο ήταν το κλίμα πριν αρχίσει η κύρια συζήτηση; Λαγκάρντ και Σόϊμπλε έριξαν δοκιμαστικές διαπραγματευτικές βολές. Η κ. Λαγκάρντ επανέλαβε ότι πρέπει να εξετάσει τα πρωτογενή πλεονάσματα, πριν αποφανθεί για συμμετοχή. Πρέπει να είναι λογικά και η βιωσιμότητα θα στηρίζεται σε λογικές προβλέψεις. Όπως και τις μεταρρυθμίσεις. Γι’ αυτό υπενθύμισε ότι η μη ικανοποίησή τους δεν επέτρεψε συμμετοχή στο πρόγραμμα. Δεν άφησε, όμως, μετέωρο τον κ. Σόιμπλε μόνο, αλλά και την ελληνική κυβέρνηση. Στις μεταρρυθμίσεις, είπε, έχει σημειωθεί πρόοδος, αλλά διευκρίνισε ότι υπάρχουν ακόμη ανοικτά ζητήματα που πρέπει να κλείσουν στην Αθήνα, όταν θα επιστρέψουν τα τεχνικά κλιμάκια, Όσο για την αναφορά της στο παράλογο να ζητούν πλεόνασμα 3,5% για δέκα χρόνια, μπορεί να είναι δώρο άδωρο, αν δεχθεί τα πέντε χρόνια που θέλει ο Σόιμπλε.
Ο κ. Σόιμπλε, πολύ άνετος στο να απειλεί ως και το ΔΝΤ, αξιοποιώντας θετικά ακόμη και τις επιτυχίες της ελληνικής πλευράς, δήλωσε ότι «οι προβλέψεις του ΔΝΤ ήταν πιο απαισιόδοξες από εκείνες της ελληνικής κυβέρνησης. Αλλά, ατυχώς για το ΔΝΤ, τα τελευταία δύο χρόνια οι προβλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης είναι πιο ρεαλιστικές». Το αν ρίχνει ένα βέλος στον κ. Τόμσεν, όπως σημειώθηκε, δεν έχει καμία σημασία. Διότι συνεχίζει και λέει ότι στο μέλλον τα προγράμματα προσαρμογής μπορεί να εφαρμόζονται χωρίς το ΔΝΤ, το οποίο «έχει εμφανώς κουραστεί να βοηθά τους Ευρωπαίους. Νομίζω ότι η Ελλάδα μπορεί να βγει στις αγορές μετά την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος».

Παρακινδυνευμένες οι προβλέψεις

Χωρίς δηλώσεις αξιωματούχων που βρίσκονται στην Ουάσιγκτον, όταν γράφεται αυτό το σημείωμα, είναι παρακινδυνευμένες οι προβλέψεις για το πλαίσιο που θα διαμορφωθεί όσον αφορά το ελληνικό χρέος. Διότι, όπως σημειώθηκε και στην αρχή, ναι μεν εντέλλονται, γνωρίζουν ότι πρέπει να συμφωνήσουν ΔΝΤ-ΕΕ, όμως οι διαφωνίες, ιδίως ΔΝΤ-Γερμανίας, είναι πραγματικές, γι’ αυτό ας περιμένουμε. Ωστόσο, αν κάποιος ήταν υποχρεωμένος να προβλέψει, το πιο πιθανό είναι αυτό το πλαίσιο, τελικά, να ορισθεί, να συμφωνηθεί: οι θεσμοί να επιστρέψουν στην Αθήνα και να εργαστούν με μπούσουλα αυτό το πλαίσιο, το οποίο όμως θα έχει και ανοιχτά ζητήματα και απαιτήσεις από την ελληνική κυβέρνηση. Όπως έχει αποδειχθεί ως τώρα, πριν την τελική διαφωνία, βρίσκουν συμφωνία που ρίχνει το βάρος της στην ελληνική πλευρά. Καθόλου τυχαία το χρονοδιάγραμμα μιλά πλέον για το Eurogroup στις 22 Μαΐου, αφαιρέθηκε από τη συζήτηση το έκτακτο.
Προφανώς, οι δανειστές ρίχνουν μια ματιά και στο πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης. Εκλογές στη Γαλλία με 1, Χ, 2, εκλογές στη Γερμανία κτλ. Το ελληνικό ζήτημα δεν είναι ξεκομμένο απ’ όλα αυτά. Όλα αυτά, όμως, θα αρχίσουμε να τα συζητάμε με στοιχεία από σήμερα το απόγευμα.
Σημείωσα στην αρχή ότι και στο άρθρο του πρωθυπουργού ανιχνεύεται μια κάποια ανησυχία. Πολύ σωστά, διότι η πολιτική που υποχρεώνεται να ασκεί η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, αγγίζει τα όριά της. Γι’ αυτό και ο Δημήτρης Τζανακόπουλος επανέλαβε τη δήλωση του πρωθυπουργού και του υπουργού Οικονομικών, όταν ρωτήθηκε: «Έχει ξεκαθαριστεί», είπε, «πως εάν δεν εφαρμοστούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, δεν πρόκειται να γίνει εφαρμογή των μέτρων 2019-2020». Και σε άλλη ερώτηση για το μέλλον σημείωσε ότι για τόσο μακρινή περίοδο, όπως το 2019, «κανείς δεν ξέρει ποια θα είναι η οικονομική κατάσταση της Ευρώπης τότε».

Παύλος Κλαυδιανός

 

 

Παιχνίδια, χοντρά, με τους αριθμούς

 

Η αφετηρία των, πολύ χοντρών, παιχνιδιών με την οικονομία είναι κοινή για τους αντίπαλους της κυβέρνησης στο εσωτερικό και τους δανειστές της. Το παιχνίδι έχει δυο στόχους. Ο ένας, είναι η προπαγάνδα, έστω και για ένα διάστημα, με όπλο το καθαρό ψέμα ή την παρά-ανάγνωση των αριθμών, την αποσιώπησή τους, ακόμη και τη διαστρέβλωσή τους. Ο άλλος στόχος είναι η υπονόμευση της οικονομίας, ούτως ώστε στη διαπραγμάτευση η ελληνική πλευρά να είναι υπό πίεση για να δεχθεί τις προτάσεις των δανειστών. Την εβδομάδα που μας πέρασε τα είδαμε όλα αυτά καθαρά. Καθώς ο χρόνος πλησίαζε και θα γίνονταν οι επίσημες ανακοινώσεις το ΔΝΤ, ήταν υποχρεωμένο να δημοσιοποιήσει τις δικές του προβλέψεις. Πρώτα δημοσιοποίησε τις προβλέψεις του για την πορεία του ΑΕΠ το 2017, όπου προβλέπεται άνοδος 2,2%, έναντι 2,8% προηγούμενης. Ο Τύπος έσπευσε αμέσως να μιλήσει για τρομερή προς τα κάτω διόρθωση, άρα αρνητική εξέλιξη, παρασιωπώντας ότι έως λίγες μέρες πριν ο ίδιος Τύπος προέβλεπε ότι το 2017 η άνοδος θα είναι πολύ κάτω του 1%, διότι η κυβέρνηση καθυστερεί τη διαπραγμάτευση. Τις ίδιες κινδυνολογικές προβλέψεις έκαναν και φορείς, όπως ο ΙΟΒΕ, αλλά και τμήματα μελετών τραπεζών, διάφοροι αναλυτές κτλ, όλοι στην ίδια γραμμή.
Εν τω μεταξύ, τα στοιχεία της πραγματικής οικονομίας, ναι μεν δείχνουν ότι η αβεβαιότητα που προκαλούν οι δανειστές έχει επιδράσει αρνητικά, αλλά παρ’ όλα αυτά η οικονομία αντέχει, και αν κλείσει έστω και τώρα η αξιολόγηση, προλαβαίνει να ανατάξει και να καλύψει τα τρία τέταρτα των αρχικών προβλέψεων για το 2017. Για παράδειγμα, ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής το πρώτο δίμηνο δείχνει αύξηση 9% σε ετήσια βάση, έναντι 0,4% και 1,0% τα αντίστοιχα δίμηνα το 2016 και 2015. Το ίδιο ισχύει και στις επιδόσεις στον τουρισμό, όπου οι πραγματοποιήσεις ξεπέρασαν τις αρχικές, αισιόδοξες, προβλέψεις.
Το δεύτερο στοιχείο που δημοσιοποίησε το ΔΝΤ είναι αυτό της πρόβλεψής του για πλεονάσματα το 2016 και μετά. Η παραδοχή ότι θα είναι, τελικά, 3,3% του ΑΕΠ, έναντι 0,5% του επίσημου στόχου και 0,1% της πρόβλεψής του, είναι μοναδική στην ιστορία των οικονομικών προβλέψεων. Εντούτοις στον ελληνικό Τύπο πέρασε επίσης ασχολίαστο, όπως είναι σύνηθες. Όπως επίσης έμεινε ασχολίαστο ότι και το 2017 προβλέπει 1,8% του ΑΕΠ, ενώ ο μνημονιακός στόχος είναι 1,7%. Ασχολίαστο και αυτό.
Στο ημίφως, όμως, έμεινε και το πιο τρανταχτό στοιχείο της εξόφθαλμης πολιτικής σκοπιμότητας του ΔΝΤ. Προβλέπει 2% -έναντι αρχικής πρόβλεψής του για 1,6%- για να μπορεί να πιέσει για επιπλέον μέτρα το 2018 -εφόσον ο υποχρεωτικός μνημονιακός στόχος είναι 3,5%- και επειδή αυτό είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό, θεμελιώνει την απαίτησή του για τα επιπλέον μέτρα για το 2019 – 2020, όταν προβλέπει 1,5% του ΑΕΠ πλεόνασμα. Να σημειωθεί ότι η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει ότι από  το πλεόνασμα του 2016 μόνο οι 0,5 μονάδες είναι από προσωρινά μέτρα. Γιατί αυτή η αλχημεία; Μα, γιατί τόσο του χρειάζεται ως μοχλός για την απαίτησή του για επιπλέον μέτρα 2 μονάδων.
ΥΓ. Ποιος είπε ότι ο κ. Σόιμπλε θα απέφευγε να κάνει κι αυτός παιχνίδι; Παραδέχθηκε, για να αντικρούσει το ΔΝΤ, ότι «οι ελληνικές προβλέψεις, ατυχώς για το ΔΝΤ, αποδείχθηκαν πιο ρεαλιστικές»…

Π. Κ.

 

Πηγή: Η Εποχή