Macro

Μάρτιν Σουλτς εναντίον Άνγκελα Μέρκελ. Μια εύνοια της τύχης για το ευρωπαϊκό ζήτημα;

Ας φανταστούμε ότι γίνονται βουλευτικές εκλογές και στην πραγματικότητα έχουμε μια μόνον επιλογή: αλλαγή ή όχι κυβέρνησης. Αυτό που ηχεί ως αυτονόητο στις δημοκρατίες, επιτέλους είναι και πάλι εφικτό σε τούτη τη Δημοκρατία, την Ομοσπονδιακή της Γερμανίας. Χάρις στον Μάρτιν Σουλτς. Μια υπενθύμιση αρκεί: Στις δύο τελευταίες γενικές εκλογικές αναμετρήσεις, ήταν ήδη προκαθορισμένο και σίγουρο ποιά θα έβγαινε νικήτρια από εξίσου πρώιμο χρονικό σημείο, όσο είναι αυτό που βρισκόμαστε τώρα· οι τότε αντίπαλοί της υποψήφιοι καγκελάριοι Φρανκ-Βάλτερ Στάινμάγερ (Frank-Walter Steinmeier) και Πέερ Στάινμπρικ (Peer Steinbrück), υπερτιμημένοι σε μεγάλο βαθμό, ήταν από την αρχή «χαμένοι από χέρι» [1]. Και μέχρι πρόσφατα, το μόνο ερώτημα που έθεταν οι πιο πολλοί για την τύχη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στις εκλογές του 2017, άλλοι με φόβο, άλλοι με κυνισμό, ήταν ποιός θα ηττηθεί αυτή τη φορά από την τωρινή καγκελάριο – και με πόση διαφορά. 

Όμως με την απόσυρση του Ζίγκμαρ Γκάμπριελ (Sigmar Gabriel) από τη θέση του προέδρου του κόμματος και την παραίτησή του από την υποψηφιότητα για την καγκελαρία, η κατάσταση έχει αλλάξει με τρόπο που προκαλεί έκπληξη. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αμφισβητεί πάλι με αξιώσεις την πρωτοκαθεδρία της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης στην πολιτική αρένα. Ακόμη και το να νικήσει την σημερινή καγκελάριο, η οποία μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ακατανίκητη, δεν φαίνεται πλέον αδύνατο. 

Οι σατιρικές πινελιές δεν λείπουν – από το σοσιαλδημοκρατικό © Vorwärts

Έτσι, όποιος και να κερδίσει τις εκλογές στις 24 Σεπτεμβρίου 2017, ήδη από τώρα αποδεικνύεται ότι ο Μάρτιν Σουλτς αντιπροσωπεύει μια τριπλή ευκαιρία, για να μην πούμε δυνητική εύνοια της τύχης: Πρώτον για τη δημοκρατία μας, δεύτερον για το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (και συνακόλουθα για το σύνολο της γερμανικής Αριστεράς) και τρίτον για την Ευρωπαϊκή Ένωση – ακριβώς τη χρονιά που θα αποφασιστεί η τύχη της. Με τον Σουλτς ως υποψήφιο καγκελάριο του SPD, ο λειτουργικός πυρήνας της δημοκρατίας – η επιλογή και δυνατότητα μιας αλλαγής στην κορυφή – επέστρεψε στο σύστημα. Αυτό είναι επίσης ένα σημαντικό πλήγμα για το κόμμα της «Εναλλακτικής» (AfD), επειδή η επιτυχία του  οφείλεται κυρίως στην αδυναμία της Αριστεράς να εξαπολύσει μια πραγματική επίθεση εναντίον της  Μέρκελ – και συνεπώς, αδυναμία της να προβάλλει μια εναλλακτική κυβερνητική λύση υπό την ηγεσία του SPD. Επακόλουθο αυτής της αδυναμίας ήταν η αλαζονική, αλλά πολύ επιτυχής διεκδίκηση εκ μέρους της AfD να είναι η «Εναλλακτική Λύση για τη Γερμανία».

Δημοσκόπηση 25 Φεβρουαρίου 2017 και ιστορικό από 2012, πηγή © Der Spiegel
«Η Μέρκελ πρέπει να φύγει από την εξουσία» – όμως τώρα το αίτημα τίθεται από αριστερά
Το πόση επιτυχία είχε η AfD με τη στρατηγική αυτή, είχε ήδη φανεί από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, το πολεμικό σύνθημα «η Μέρκελ πρέπει να φύγει» το ακούγαμε να έρχεται αποκλειστικά και μόνον από τα δεξιά. Ενώ το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα φαινόταν εντελώς απορροφημένο στον μεγάλο κυβερνητικό συνασπισμό με τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση, η AfD διεκδικούσε για τον εαυτό της το Copyright για το εγχείρημα της ανατροπής της Χριστιανοδημοκράτισσας καγκελαρίου – το οποίο, στην πραγματικότητα έπρεπε να είναι το κύριο καθήκον της Αριστεράς. 
Με τον Μάρτιν Σουλτς, αυτό το σύνθημα μπορεί επιτέλους να φέρει και πάλι στην πολιτική μιαν αλλαγή σελίδας. Αρχικά φαινόταν σαν μια παράδοξη, εκκεντρική στρατηγική: Μολονότι οι δημοσκοπικές επιδόσεις του SPD ήταν τότε της τάξης του 20 %, ο πρώην δήμαρχος της [μικρής πόλης] Würselen και τέως Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έθεσε αμέσως ως στόχο το να νικήσει σε μια μονομαχία εναντίον της Μέρκελ ως ίσος προς ίσην. 
Ωστόσο, αυτό που με την πρώτη ματιά φαινόταν αλαζονικό – η απαίτηση να γίνει η Σοσιαλδημοκρατία το ισχυρότερο κόμμα -, αποκτά τώρα μια εκπληκτική επιβεβαίωση. Όλες οι δημοσκοπήσεις δηλώνουν ότι το SPD έχει ξεφύγει από το «υπόγειο» του 20 %, και μπορεί να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις την Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU/CSU). Είναι λοιπόν και πάλι «καιρός για πολιτικά πειράματα» [ειρωνική έκφραση του A. von Lucke: οι Χριστιανοδημοκράτες διεκδικούν το μονοπώλιο των «ασφαλών λύσεων»], ακόμη και στην κεφαλή του κράτους;
Αυτό θα μπορούσε επιτέλους να βγάλει το SPD από τη μακροχρόνια κρίση του, πράγμα που θα ήταν η δεύτερη εύνοια της τύχης. Μολονότι ο Σουλτς ξεκίνησε με το κόμμα του να βρίσκεται σε πολύ χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά, χαμηλότερα ακόμη και από τα δημοσκοπικά σημεία εκκίνησης των προκατόχων του Στάινμάγερ και Στάινμπρικ, η υποψηφιότητά του πυροδότησε μια πραγματική θύελλα ενθουσιασμού στο κόμμα. Ταυτόχρονα, έβαζε ένα τολμηρό στοίχημα, που φαινόταν σχεδόν παράλογο: «το αυθεντικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα» και «ο Σουλτς πρέπει να γίνει καγκελάριος» είναι τα σλόγκαν του, σε διάφορους συνδυασμούς. Τα πάντα εξαρτώνται λοιπόν από το αν μπορέσει να στηρίξει σε γερά θεμέλια αυτή την αξίωση
Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της στρατηγικής του Σουλτς «όλα για τη νίκη», είναι το εξής: έτσι, δεν αναγκάζεται να δηλώσει εκ των προτέρων με ποιά άλλα κόμματα επιδιώκει να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού. Είναι πλεονέκτημα, επειδή, προς το παρόν, καμία από τις πιθανές επιλογές συμμαχίας δεν επιδοκιμάζεται από την πλειοψηφία των πολιτών. Όπως και πριν, δεν υπάρχει στροφή της κοινής γνώμης προς μια Κόκκινη-Κόκκινη-Πράσινη κυβερνητική λύση [συμμαχία SPD – Linke – Πράσινων, συντομογραφικά R2G]. Μια τρικομματική Κόκκινη-Κόκκινη-Πράσινη συμμαχία δεν έλκει τους ψηφοφόρους ούτε στις επερχόμενες εκλογές στην ομόσπονδη χώρα («κρατίδιο») του Σάαρ (26 Μαρτίου), όπου το SPD δημοσκοπικά βρίσκεται πολύ πίσω από τους σημερινούς συντηρητικούς πρωτοπόρους, ούτε καν στις πιο σημαντικές εκλογές στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία (14 Μαΐου), όπου η τωρινή δικομματική Κοκκινο-Πράσινη κυβερνητική πλειοψηφία, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, διατρέχει κίνδυνο να ανατραπεί· για να μην αναφέρουμε καν, πόσο ελκυστική είναι σε επίπεδο Ομοσπονδίας [2]. Δεν είναι· και γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, προπαντός το βαυαρικό CSU θέλει μια προεκλογική εκστρατεία διπολικού τύπου, στοχοποιώντας την [υποθετική] συμμαχία R2G. Επίσης, η άλλη πιθανή τρικομματική κυβερνητική συμμαχία υπό την ηγεσία του SPD – δηλαδή η Kόκκινη-Kίτρινη-Πράσινη [SPD – Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP) – Πράσινοι] – δεν έχει δοκιμαστεί σε επίπεδο «κρατιδίων» και συνεπώς ούτε αυτή είναι ελκυστική στους ψηφοφόρους. Όσο για τη συνέχιση του μεγάλου συνασπισμού με της Χριστιανοδημοκρατική Ένωση, ιδιαίτερα άν η Σοσιαλδημοκρατία είναι ο  μικρός εταίρος, αυτή σίγουρα δεν είναι ελκυστική για τα μέλη του SPD. 
Τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά για ό,τι αφορά την διεκδίκηση της καγκελαρίας από τον ίδιο τον Σουλτς. Έτσι, η διεκδίκηση της πολιτικής ηγεσίας από τον Σουλτς, αποδεικνύεται ως η μόνη αξιόπιστη στρατηγική. Σ’ αυτό ήρθε να ταιριάξει και η εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας: Σε αντίθεση με το 1969, όταν η εκλογή ως Προέδρου της Δημοκρατίας του Γκούσταφ Χάινεμαν (Gustav Heinemann[πρώην μέλος του CDU, αποχώρησε το 1952 και ίδρυσε το «Παγγερμανικό Λαϊκό Κόμμα» – GVP και τελικά το 1957 προσχώρησε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα]) «προετοίμασε» την κυβερνητική αλλαγή και την άνοδο στην εξουσία της συμμαχίας SPD-FDP υπό τους Βίλλυ Μπραντ (Willy Brandt) και Βάλτερ Σέελ (Walter Scheel), τώρα, η εκλογή ως ΠτΔ του Σοσιαλδημοκράτη Φρανκ-Βάλτερ Στάινμάγερ, στο παρελθόν αρχιτέκτονα της Ατζέντας 2010 [οι πολιτικές για την αγορά εργασίας και το κράτος πρόνοιας που εισήχθησαν από την καγκελαρία Σρέντερ στην εποχή της Κοκκινο-Πράσινης κυβέρνησης] δεν σηματοδοτεί κανέναν συγκεκριμένο νέο συνδυασμό πολιτικών χρωμάτων, αλλά μόνον την διεκδίκηση της εξουσίας από τους Σοσιαλδημοκράτες.  

H δύναμη του SPD προκύπτει από την αδυναμία της Ένωσης (CDU/CSU)

Με την μετωπική επίθεση εναντίον της Άνγκελα Μέρκελ, το SPD στοχεύει στο αδύνατο σημείο της Ένωσης: Στην έλλειψη συνοχής της και στα εμφανή σημάδια πολιτικής κόπωσης της τωρινής καγκελαρίου. Με άλλα λόγια: Το φαινόμενο Σουλτς λειτουργεί όχι μόνον με τις δικές του δυνάμεις, αλλά και χρησιμοποιώντας την αδυναμία της Ένωσης. Τις προϋποθέσεις για την άνοδο του Σουλτς τις πρωτοδημιούργησε η  ίδια η Ένωση, αλλά και η πανουργία της Ιστορίας, με τις εσωτερικές διενέξεις εντός των κομμάτων CDU/CSU από την αρχή της προσφυγικής κρίσης, και αυτό έκανε ισχυρό τον υποψήφιο του SPD. Αφού πρώτα, πριν από ενάμιση χρόνο, ο επικεφαλής του βαυαρικού CSU Χορστ Ζέεχόφερ (Horst Seehofer) κυριολεκτικά «έκραξε» την σύμμαχό του καγκελάριο («Herrschaft des Unrechts» [«καθεστώς αδικίας»]) και όλα τα μέλη του CSU «ανέβηκαν στα κεραμίδια» εναντίον της, η υποτιθέμενη συνάντηση κορυφής για τη συμφιλίωση έγινε αντιληπτή ως φάρσα, και μάλιστα κακοσκηνοθετημένη. 
Μέχρι στιγμής παραμένει εντελώς ασαφές το πώς η Ένωση θα κλείσει πάλι τα βαθιά ρήγματά της. Προφανώς, για την ώρα, στηρίζεται στη δοκιμασμένη μέθοδο: Ο εξωτερικός εχθρός συσπειρώνει τις γραμμές του δικού μας στρατού. Ο ομοσπονδιακός Υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε προχώρησε τόσο πολύ, ώστε να συνέκρινε τον Σουλτς με τον Ντόναλντ Τραμπ. Ισχυρίστηκε ότι ο Σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος καγκελάριος αερολογεί σαν τον πρόεδρο των ΗΠΑ και το μόνο που καταφέρνει έτσι, είναι να ενισχύει την ακροδεξιά AfD.
Όμως, τέτοιες απόπειρες που επιχειρούν να στιγματίσουν τον υποψήφιο του SPD ως λαϊκιστή [3], ηχούν ελάχιστα πειστικές. Σε τελευταία ανάλυση, είναι η ίδια η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση αυτή που συνέβαλε σημαντικά στην άνοδο του λαϊκισμού στη Γερμανία, ιδίως ο Χορστ Ζέεχόφερ με την επιδεικτική συμπάθειά του για τον Βίκτορ Όρμπαν (Viktor Orbán),  τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, και άλλους «άψογους δημοκράτες», από τον Πούτιν έως τον Τραμπ.[Η γερμανική Σοσιαλδημοκρατία πρέπει να αλλάξει τις πολιτικές της για την αγορά εργασίας και για το κράτος πρόνοιας]
Ωστόσο, όλα αυτά δεν μπορούν να κρύψουν τα αδύνατα σημεία του Μάρτιν Σουλτς. Πέρα από την θητεία του ως Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την οποία χειρίστηκε εντελώς εγωιστικά, για την προσωπική του πολιτική ενίσχυση [4], αυτά είναι κυρίως τα μεγάλα περιεχομένου των πολιτικών του θέσεων. Τώρα, βλέπουν ακόμη τον υποψήφιο καγκελάριο του SPD περισσότερο ως μια «οθόνη», πάνω στην οποία προβάλλονται οι κάθε είδους σοσιαλδημοκρατικές προσδοκίες, και λιγότερο ερευνούν κατά πόσον ο ίδιος έχει ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο. Μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα πρέπει να αποδείξει κατά πόσον μπορεί πραγματικά να προέλθει από τον ίδιο η «αναγέννηση του SPD» που διακηρύσσει – και δεν είναι όλο αυτό ένα απλό πυροτέχνημα. Ο Σουλτς, και σωστά, στηρίζει τα πάντα στον πυρήνα αξιών που ήταν το «σήμα κατατεθέν» της παλιάς Σοσιαλδημοκρατίας, στην κοινωνική δικαιοσύνη· γι’ αυτό, το κρίσιμο ερώτημα είναι προφανές: Πώς βλέπετε, κύριε Σουλτς, την Ατζέντα 2010; Μόνον όταν δώσει ειλικρινείς απαντήσεις για το θέμα αυτό και κατονομάσει σαφώς τα μεγάλα δομικά σφάλματα της Ατζέντας 2010, μόνον τότε θα μπορέσει να γίνει η αξιόπιστη ενσάρκωση της «νέας αρχής» που υποσχέθηκε.
Για μιά κοινωνική – δημοκρατική Ευρώπη
Το πόσο πειστικό θα είναι αυτό το νέο ξεκίνημα, θα φανεί κυρίως από το τί θα γίνει με το ευρωπαϊκό ζήτημα. Έτσι φτάνουμε στην τρίτη δυνητική εύνοια της τύχης που μπορεί να αντιπροσωπεύσει ο Μάρτιν Σουλτς, δηλαδή να υποστηρίξει με σαφήνεια και αξιοπιστία μια διαφορετική, πιο κοινωνική και πιό φιλική προς τον πολίτη Ευρώπη. Αυτό έχει τεράστια σημασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση, επειδή το 2017 απειλεί να γίνει το έτος της κρίσιμης απόφασης. Με την ευκαιρία της 60ής επετείου των Συνθηκών της Ρώμης, οι οποίες είναι μέχρι σήμερα το θεμέλιο της ΕΕ [5], στις 25 Μαρτίου 2017 θα συναντηθούν οι πολιτειακοί και κυβερνητικοί άρχοντες όλων των χωρών της. Όμως, πάνω από τη συνάντηση αυτή θα κρέμονται μαύρα σύννεφα: Ποτέ πριν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν σε τόσο σοβαρή κρίση. Στο εσωτερικό της, η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η άνοδος των ακροδεξιών λαϊκιστών καταπονούν την Ένωση με τεράστιες φυγόκεντρες δυνάμεις. Και στο εξωτερικό της, η ΕΕ είναι πιασμένη σε μιά γεωπολιτική τανάλια, παγιδευμένη ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη των δύο αντι-δημοκρατικών ηγετών, του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντίμιρ Πούτιν. 

Η Άνγκελα Μέρκελ είχει πεί άλλοτε ότι ο Πούτιν ζει «σε έναν άλλο, δικό του κόσμο». Όμως τώρα, η σωστή εντύπωση είναι η εξής: Ο κόσμος στον οποίο ζει ο Ρώσος πρόεδρος είναι σχεδόν κανονικός, σε κάθε περίπτωση προβλέψιμος, άν συγκριθεί με τον κόσμο που ζει ο νέος συνάδελφός του από τις ΗΠΑ. Εντελώς ασταθής και απρόβλεπτος, αλλά και χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη οποιαδήποτε συμμαχική χώρα των ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ υποτάσσει τα πάντα με καισαρικό τρόπο στην μεγιστοποίηση του δικού του, προσωπικού οφέλους και του οφέλους των ΗΠΑ. Ομως τους δύο αυτούς αυταρχικούς ηγεμόνες, τον Πούτιν και τον Τραμπ, τους ενώνει ένα κοινό συμφέρον: η αποδυνάμωση της ΕΕ. Ο Τραμπ στοχεύει να προκαλέσει ρήγμα στην Ένωση για να μπορεί να συνάπτει πιο επωφελείς συμφωνίες με διμερείς διακρατικές συνθήκες. Και ο Πούτιν ελπίζει να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής του· αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο ενισχύει στοχευμένα δεξιές λαϊκίστικες πολιτικές δυνάμεις, από τη Γαλλία μέχρι τη Γερμανία και την Ουγγαρία. 

[Για να αντιμετωπίσει τη γεωπολιτική τανάλια Τραμπ – Πούτιν, η ΕΕ χρειάζεται αυτοπεποίθηση, συνοχή και προγράμματα επενδύσεων]

Έτσι, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις της Ευρώπης είναι εκτεθειμένες σε επιθέσεις των δεξιών λαϊκιστών τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό, σε στιγμές μάλιστα που ήδη βρίσκονται σε κατάσταση εξαιρετικά κρίσιμη. Σήμερα τις εκδικείται  το γεγονός ότι για πολύ καιρό δεν έχουν κάνει τίποτε για να αντιμετωπισθούν τα βασικά ζητήματα από τα οποία κρίνεται η επιβίωση κάθε κοινότητας, άρα και της ΕΕ: Ζητήματα εξωτερικής ασφάλειας και  εσωτερικής σταθεροποίησης, κοινωνικής και δημοκρατικής. 
Το άν, παρ’ όλα αυτά, η ΕΕ αναδυθεί από αυτή την υπαρξιακή κρίση ενισχυμένη, θα εξαρτηθεί σε βαθμό αποφασιστικό από τη συμπεριφορά των ισχυρότερων μελών της, άρα, εκτός των άλλων, από τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία [της 23ης Απριλίου 2017] και από τις κοινοβουλευτικές εκλογές στη Γερμανία της 24ης Σεπτεμβρίου 2017.
Εδώ βρίσκεται – μαζί με την «Ατζέντα 2020 ή 2030 του SPD» [δηλ. ένα νέο πρόγραμμα κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών] – η δεύτερη μεγάλη δοκιμασία και κριτήριο επιτυχίας ή αποτυχίας για τον Μάρτιν Σουλτς. Είναι πρόθυμος και ικανός να αντιτάξει στην πολιτική λιτότητας της Μέρκελ και του υπουργού της των Οικονομικών, το όραμα μιας διαφορετικής Ευρώπης; 
Στο παρελθόν, ο Σουλτς ως Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου λειτούργησε με  μοιραία καταστροφικό τρόπο, ιδιαίτερα στην ελληνική κρίση· στην πράξη, στάθηκε πάντα στο πλευρό της καγκελαρίου και του Προέδρου της Επιτροπής της ΕΕ Ζαν-Κλωντ Γιουνκερ (Jean-Claude Juncker). Αλλά τώρα η κατάσταση είναι ριζικά διαφορετική, και όχι μόνον επειδή ο Σουλτς είναι υποψήφιος καγκελάριος. Η προστατευτική οικονομική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, η απομονωτική πολιτική του έναντι του υπόλοιπου κόσμου, απαιτεί πολύ περισσότερο στοχασμό, αυτοπεποίθηση και στήριξη στα δυνατά σημεία της Ευρώπης. Ειδικά η Γερμανία καλείται να επενδύσει πολύ περισσότερο στην ΕΕ, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά. Ο απολυταρχικός εθνικός εγωισμός της πολιτικής της λιτότητας τύπου Σόιμπλε [6] πρέπει να ξεπεραστεί και να αντικατασταθεί με ένα ευρωπαϊκό «Σχέδιο Μάρσαλ». Χωρίς αυτό, δεν θα επιτευχθεί ούτε η Κοινοτική αλληλεγγύη στην πολιτική για το άσυλο και τους πρόσφυγες, που ζητά η Γερμανία. 
Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για τη γερμανική εσωτερική πολιτική: Το φετίχ του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, δηλ. μηδενικού δημοσιονομικού ελλείμματος της Γερμανίας (die Schwarze Null – [βλ Sebastian Dullien, «Schäubles schwarze Null hat null Sinn»]) που υποστηρίζει ο Σόιμπλε, είναι δηλητήριο σε καιρούς όπως οι σημερινοί και δίνει κατευθείαν τροφή στους δεξιούς λαϊκιστές, αυξάνει όμως και το κοινωνικό χάσμα στην Ευρώπη. Ειδικά η Γερμανία πρέπει επιτέλους να χρησιμοποιήσει τα τεράστια δημοσιονομικά και εμπορικά πλεονάσματά της για την αύξηση της εγχώριας ζήτησης. Και αυτό πρέπει να γίνει όχι μόνον για καταναλωτικούς σκοπούς, αλλά και για τις επειγόντως αναγκαίες επενδύσεις, κυρίως στις υποδομές και στην εκπαίδευση· συνεπώς, και οι αυξήσεις φόρων και εισφορών, ειδικά στις κορυφαίες εισοδηματικές κλίμακες και στους κατόχους πολύ μεγάλων περιουσιακών στοιχείων δεν πρέπει να είναι ταμπού. Έτσι, σ’ αυτό το έτος εκλογών, το ζήτημα της επιβίωσης της Ευρώπης συνδέεται άμεσα με τις εθνικές οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές. Με τον Μάρτιν Σουλτς, επιτέλους τώρα θα έχουμε – ίσως – να επιλέξουμε μεταξύ δύο διαφορετικών αντιλήψεων. 

[Ανανέωση του γαλλο-γερμανικού Άξονα με τους ένθερμους ευρωπαϊστές Μακρόν – Σουλτς;]
Τέλος, ιδιαίτερα για ό,τι αφορά την Ευρώπη, με τις υποψηφιότητες του Μάρτιν Σουλτς και της Άνγκελα Μέρκελ έχουμε μπροστά μας δύο εντελώς διαφορετικούς τύπους πολιτικών. Η Άνγκελα Μέρκελ δρα ως Ευρωπαία της ψυχρής λογικής· αντίθετα, στην συμπεριφορά του Σουλτς επικρατεί πιό πολύ ο ζήλος για την Ευρώπη. Ως προς αυτό, μετά τον Μάιο ίσως θα έχει στο πλευρό του και ένα αδελφό πνεύμα, τον Εμμανουέλ Μακρόν (Emmanuel Macron [άν εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλίας]), πράγμα που μπορεί να ενισχύσει τον γαλλο-γερμανικό άξονα αλλά και να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή, για μια αλληλέγγυα Ευρώπη. 
Το ζήτημα αυτό, του χειρισμού της Ευρώπης, θα είναι αποφασιστικό και για το οριστικό μέλλον του δεξιού λαϊκισμού. Άν το μοντέλο Tραμπ επιτύχει και δημιουργήσει πολιτική σχολή – δηλαδή άν καταφέρει να προκαλέσει ακόμη βαθύτερα ρήγματα στην ΕΕ και στρέψει ακόμη πιο πολύ τα εθνικά κράτη να στέκονται αντιμέτωπα το ένα εναντίον του άλλου αντί να συνεργάζονται -, τότε και οι δεξιοί λαϊκιστές στην Ευρώπη θα συνεχίσουν να έχουν το πάνω χέρι, μεταξύ αυτών και η AfD στη Γερμανία. Αν, αντίθετα, οι Ευρωπαίοι, φοβηθούν περισσότερο τον Ντόναλντ Τραμπ – και αυτός ο φόβος τους σπρώξει σε πιό αλληλέγγυες συμπεριφορές μεταξύ τους -, τότε η προσκόλληση των Ευρωπαίων δεξιών λαϊκιστών στην πολιτική του Τραμπ μπορεί να γίνει μπούμερανγκ και μετά την ιστορία των επιτυχιών τους του 2016, να δεχτούν αύριο ισχυρά πολιτικά πλήγματα. 
Από αυτούς τους ίδιους, δηλαδή από τον Μάρτιν Σουλτς, από την γερμανική Σοσιαλδημοκρατία και από το σύνολο της γερμανικής Αριστεράς, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσον αυτοί θα συμβάλουν σε ένα σχέδιο για μια αλληλέγγυα, συνεκτική Ευρώπη. Τότε, θα μπορέσει ο νέος υποψήφιος καγκελάριος να αποδειχθεί πραγματική εύνοια της τύχης. Για το SPD ως κόμμα, για τη δημοκρατία και για την Ευρώπη.


Σημειώσεις

[2] Μόνον στο κρατίδιο Schleswig-Holstein, όπου θα γίνουν κοινοβουλευτικές εκλογές στις 7.5.2017, φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις ότι η σημερινή τρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας του SPD, των Πρασίνων και του Κόμματος της Δανικής Μειονότητας θα παραμείνει ως έχει.

[3] «Der Spiegel», 11.2.2017.

[4] Στο ίδιο και «Süddeutsche Zeitung», 15.2.2017 [Thomas Kirchner & Markus Mayr: Martin Schulz und das System].

[5] Οι Συνθήκες της Ρώμης, όπως αναδιατυπώθηκαν στη Συνθήκη της Νίκαιας, ισχύουν μέχρι σήμερα.

[6] Βλ, και το άρθρο του Andreas Fisahn στο παρόν τεύχος των «Blätter» 3/2017.

Ο Albrecht von Lucke (1967), με σπουδές νομικής και πολιτικής επιστήμης στα πανεπιστήμια του Βύρτσμπουργκ και του Βερολίνου, από το 1999 εργάζεται ως δημοσιογράφος.
Πηγή: Μετά την Κρίση  από Blätter