Macro

Εμπορικός πόλεμος μεγατόνων…

Θα μπορούσε, επομένως, η πρόσφατη κλιμάκωση της έντασης στην κορεατική χερσόνησο και οι εμπρηστικές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ να μην αποτελούν το προοίμιο μιας ακόμη στρατιωτικής επέμβασης αλλά το πρώτο στάδιο αυτού του «οικονομικού πολέμου»;

«Πιστεύω ότι ο οικονομικός πόλεμος με την Κίνα είναι το παν. Αν συνεχίσουμε να τον χάνουμε, βρισκόμαστε πέντε, το πολύ δέκα χρόνια από ένα σημείο καμπής από το οποίο δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ανακάμψουμε». Ο Στηβ Μπάνον, μέχρι πρότινος σύμβουλος του Λευκού Οίκου για θέματα στρατηγικής, δεν μάσαγε τα λόγια του για τις προθέσεις της κυβέρνησης Τραμπ στη συνέντευξη που κατά τα φαινόμενα προκάλεσε την απομάκρυνσή του.

«Βρισκόμαστε σε οικονομικό πόλεμο με την Κίνα. Εκείνοι δεν ντρέπονται να το πουν. Κάποιος απ’ τους δυο μας θα είναι ηγεμόνας σε 25 ή 30 χρόνια και θα είναι αυτοί αν συνεχίσουμε εμείς στον ίδιο δρόμο» τόνιζε στα μέσα Αυγούστου στο American Prospect. Εκείνο όμως που ενόχλησε το Πεντάγωνο και το αμερικανικό Συμβούλιο Ασφαλείας ήταν η παραδοχή του Μπάνον ότι «δεν υπάρχει στρατιωτική λύση» στο πρόβλημα των πυρηνικών της Βόρειας Κορέας.

Θα μπορούσε, επομένως, η πρόσφατη κλιμάκωση της έντασης στην κορεατική χερσόνησο και οι εμπρηστικές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ να μην αποτελούν το προοίμιο μιας ακόμη στρατιωτικής επέμβασης αλλά το πρώτο στάδιο αυτού του «οικονομικού πολέμου»; Μιας αναμέτρησης με αναμφίβολα πολλούς υποστηρικτές στον Λευκό Οίκο, ακόμη και μετά την αποχώρηση του Μπάνον.

Μετά την τελευταία πυρηνική δοκιμή της Πιονγκγιάνγκ, ο Τραμπ άφησε για λίγο τις πολεμοχαρείς δηλώσεις επιλέγοντας μια απειλή διαφορετικού τύπου. Παράλληλα με άλλες επιλογές, η Ουάσιγκτον εξετάζει και «τη διακοπή των εμπορικών σχέσεων με οποιαδήποτε χώρα συναλλάσσεται με τη Βόρεια Κορέα», έγραψε στο Τwitter ο Αμερικανός Πρόεδρος. Η απειλή είχε φυσικά ως βασικό αποδέκτη την Κίνα όπου αυτή τη στιγμή καταλήγει το 85% των βορειοκορεατικών εξαγωγών.

Δεν είναι όμως μόνο η Βόρεια Κορέα εξαρτημένη από την κινεζική οικονομία. Και ο ιδρυτής του ιστότοπου WikiLeaks Τζούλιαν Άσανζ έσπευσε αμέσως να το επισημάνει. «Αν ο Τραμπ μπλοκάρει τις αμερικανικές εμπορικές συναλλαγές με την Κίνα, συνολικής αξίας 650 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τότε θα ανατραπεί άμεσα» προέβλεψε.

Μπορεί να μην συμφωνεί κανείς με την εκτίμηση αλλά τα στοιχεία που επικαλείται είναι ακριβή. Σύμφωνα με την αρμόδια αμερικανική υπηρεσία για το διεθνές εμπόριο (USTR), οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών έφτασαν τα 648,2 δισεκατομμύρια δολάρια την περσινή χρονιά. Αυτό καθιστά την Κίνα τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ σε ό,τι αφορά την ανταλλαγή αγαθών και την τρίτη μεγαλύτερη αγορά για τις αμερικανικές εξαγωγές.

 

Πυρηνικά και κάρβουνο

 

Παρ’ όλα αυτά, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έριξε στα τέλη Αυγούστου τις πρώτες προειδοποιητικές βολές. Οι νέες οικονομικές κυρώσεις που επέβαλε στην Πιονγκγιάνγκ είχαν βασικά ως στόχο κινεζικές εταιρείες που συναλλάσσονται μαζί της. «Το υπουργείο θα συνεχίσει να ασκεί πίεση στη Βόρεια Κορέα στοχεύοντας εκείνους που στηρίζουν την ανάπτυξη των πυρηνικών και πυραυλικών της προγραμμάτων με το να την απομονώσει από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα» ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών Στηβ Μνάτσιν.

Αν πιστέψει κανείς τις αιτιάσεις της Ουάσιγκτον, το βορειοκορεατικό πυρηνικό πρόγραμμα στηρίζεται στο… κάρβουνο. Επειδή και οι τρεις κινεζικές εταιρίες που βρέθηκαν στο στόχαστρο του αμερικανικού υπουργείου -Dandong Zhicheng Metallic Materials Co. JinHou International Holding Co και Dandong Tianfu Trade Co- είναι μεταλλευτικές που εισάγουν βορειοκορεατικό κάρβουνο στην Κίνα.

Ας επιστρέψουμε όμως στην απειλή του Τραμπ και πόσο ρεαλιστική ακούγεται. Ο Αμερικανός Πρόεδρος απείλησε να διακόψει τις εμπορικές σχέσεις με «όλες» τις χώρες που συναλλάσσονται με τη Βόρεια Κορέα. Σύμφωνα με στοιχεία της υπηρεσίας KOTRA για την προώθηση των επενδύσεων και του εμπορίου στην κορεατική χερσόνησο, ο κατάλογος περιλαμβάνει σήμερα 80 χώρες. Και ανάμεσά τους συναντά κανείς τη Ρωσία, την Ινδία, το Πακιστάν, τη Σιγκαπούρη, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες.

Είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι ακόμη και ο Τραμπ θα έκανε κάτι τόσο τρελό όπως το να αποκόψει τη χώρα του από περίπου τους μισούς εμπορικούς εταίρους της. Αν όμως τελικά επικέντρωνε τις κυρώσεις του αποκλειστικά στην Κίνα;

Μια Αμερικανίδα μητέρα το δοκίμασε πριν μια δεκαετία. Αποτέλεσμα του «εμπάργκο» που κήρυξε στα κινεζικά προιόντα η Σάρα Μποντζόρνι ήταν το βιβλίο της «ένας χρόνος χωρίς made in China». Εκεί διαβάζει κανείς για τα εκατοντάδες αναπάντεχα μικροπροβλήματα που συναντούσε καθημερινά. Προετοιμάζοντας, για παράδειγμα, το πάρτι γενεθλίων του γιου της δεν μπορούσε με τίποτε να βρει κεράκια για την τούρτα. Και τελικά το πείραμα έληξε άδοξα όταν τα παιδιά της εξεγέρθηκαν εναντίον του παρατεινόμενου αποκλεισμού των κινεζικών παιχνιδιών.

 

«Παράπλευρες απώλειες» οι ψηφοφόροι του Τραμπ

 

Ο Τραμπ, που φαίνεται να μην έχει διαβάσει το βιβλίο της Μποντζόρνι, απειλούσε προεκλογικά να επιβάλει δασμούς 35% με 45% στις κινεζικές εισαγωγές. Μετά την εκλογή του, η άγνοιά του για την πολυπλοκότητα των ασιατικών υποθέσεων έγινε γνωστή στην υφήλιο όταν, αφού συνομίλησε τηλεφωνικά με τον ηγέτη της Ταϊβάν, έκρινε σκόπιμο να αμφισβητήσει την πολιτική της «ενιαίας Κίνας». Στη συνέχεια, ανακοίνωσε την απόσυρση των ΗΠΑ από την εμπορική συνθήκη ΤΡΡ, διευκολύνοντας έτσι την Κίνα να διεισδύσει και στις ασιατές αγορές που παρέμεναν προσανατολισμένες στην Ουάσιγκτον.

Ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται τις αλλαγές που συντελέστηκαν στην κινεζική οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες. Πιθανότητα πιστεύει ότι πρόκειται για έναν «πήλινο γίγαντα», μια υπανάπτυκτη χώρα που θα καταρρεύσει μέσα σε λίγες μέρες αν χάσει την πρόσβασή της στη δυτική τεχνολογία και την κατασκευαστική βιομηχανία των αναπτυγμένων χωρών.

Ακόμη και αν παραβλέψουμε το γεγονός ότι η Κίνα θα μπορούσε με ευκολία να αντικαταστήσει τις αμερικανικές εισαγωγές με ευρωπαϊκές -και η Ευρώπη σπεύδει ήδη να εκμεταλλευτεί το κενό που δημιουργείται-, είναι φανερό ότι οι ΗΠΑ έχουν πολλά περισσότερα να χάσουν από έναν πιθανό εμπορικό πόλεμο.

Μέχρι τις αρχές του 2016, οι Κινέζοι καταναλωτές είχαν αγοράσει περισσότερα από 130 εκατομμύρια iPhones της Apple. H Boeing, για την οποία εργάζονται σήμερα 150.000 Αμερικανοί, εκτιμά ότι θα πουλήσει στην Κίνα σχεδόν 7.000 αεροπλάνα μέσα στα επόμενα 20 χρόνια. Από την άλλη, η κορεατική κρίση έχει ήδη αρχίσει να αφήνει έντονα τα σημάδια της στις προτιμήσεις των Κινέζων καταναλωτών: Η Ford βλέπει τις πωλήσεις της στην Κίνα να υποχωρούν κατά 7%, ενώ κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις νοτιοκορεατικές Hyundai και Kia.

Αν ο Τραμπ κλιμάκωνε ακόμη περισσότερο την ένταση στις αμερικανοκινεζικές σχέσεις, οι πρώτοι που θα το αισθάνονταν θα ήταν μάλλον οι ψηφοφόροι του, οι Αμερικανοί με μεσαίο και χαμηλό εισόδημα που εργάζονται ή ψωνίζουν από αλυσίδες λιανικού εμπορίου όπως η Walmart που αυτή τη στιγμή κατακλύζεται από φθηνές κινεζικές εισαγωγές.

Το οικονομικό ινστιτούτο Capital Economics υπολογίζει ότι οι ΗΠΑ θα έχαναν ακόμη και το 3% του ΑΕΠ τους αν σταματούσαν να αγοράζουν κινεζικά προϊόντα. Και φυσικά οτιδήποτε επηρεάζει την Κίνα έχει τεράστιο αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομία. Η Παγκόσμια Οργάνωση Εμπορίου θα δεχόταν πιθανότατα τη χαριστική βολή και η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 θα έμοιαζε με απλό κρυολόγημα. Θα ήταν το ισοδύναμο ενός πυρηνικού χτυπήματος στην οικονομία. Όσο λίγη εμπιστοσύνη, επομένως, και αν έχει κανείς στη νηφαλιότητα του Τραμπ, είναι λογικό να περιμένει ότι θα μείνει μόνο στις απειλές.

Μιχάλης Τρίκκας

Πηγή: Η Αυγή