Macro

Μπορεί ν’ ανανεωθεί ο (ελληνικός) καπιταλισμός;

Γιατί τόση εμπιστοσύνη εκ μέρους της Αριστεράς στην ικανότητα του καπιταλισμού να ανανεωθεί; Πρόκειται στην πραγματικότητα για ευρωπαϊκό φαινόμενο και όχι απλά ελληνικό. Σε μας έκανε πρόσφατα την εμφάνισή της η θεωρία του “ελατηρίου”: η οικονομία συμπιέστηκε, πού θα πάει θα εκτιναχθεί! Υπάρχει και “μαρξιστική” θεμελίωση: ο καπιταλισμός γνωρίζει κύκλους και μέσα από την ύφεση και τη μείωση του εργατικού κόστους αναζωογονείται! Πρόκειται, βέβαια, για μια προσέγγιση που μας καλεί να αναβάλουμε τα κοινωνικά αιτήματα, αλλά και να αγνοήσουμε τα οξυνόμενα και επείγοντα περιβαλλοντικά προβλήματα.

Η ATTAC για τη δυναμική του καπιταλισμού

Μια τελευταία έκδοση της γαλλικής ΑΤΤΑC1 απαντάει στο ερώτημα για τη σημερινή δυναμική του καπιταλισμού: η μεγέθυνση του προϊόντος χαρακτηρίζεται πλέον από στασιμότητα, η υπερχρέωση συνεχίζεται ως παγκόσμιο φαινόμενο και οι “αναδυόμενες” οικονομίες πέρασαν σε φάση επιβράδυνσης. Πώς μπορεί σε αυτό το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον να “εκτιναχθεί” η ελληνική οικονομία; Αρκούν το μειωμένο εργατικό κόστος, τα φτηνά κτίρια και χωράφια; Είναι δυνατόν να κατακτηθούν αγορές, από υπαρκτές ή νέες επιχειρήσεις, που θα παρασύρουν το σύνολο της οικονομίας;
Οι οικονομολόγοι της ATTAC2 αναδεικνύουν μια ιστορική τάση μείωσης της παραγωγικότητας η οποία οδήγησε από τη δεκαετία του 70 στην καθήλωση της κερδοφορίας, και στην αμφισβήτηση του φορντικού μοντέλου στο πλαίσιο του οποίου μοιραζόταν οι αυξήσεις της παραγωγικότητας μεταξύ κερδών και αμοιβών. Αυτή η αλλαγή περιόδου αντιμετωπίστηκε από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο μέσω της αναδιανομής του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, της αύξησης του δανεισμού, και επιπλέον μέσω της αξιοποίησης των αγορών στις “αναδυόμενες” οικονομίες.

Οι πολιτικές λιτότητας και η υπερχρέωση

Τα κέρδη πράγματι αυξήθηκαν από τη δεκαετία του ‘80 και μετά, αλλά δημιουργήθηκε ταυτοχρόνως μια τεράστια πυραμίδα “εικονικού κεφαλαίου”, που για να αποδώσει στους κατόχους τίτλων έπρεπε και πρέπει να συνεχίζονται οι αναδιανομές εισοδήματος. Χαρακτηριστική είναι, όπως γνωρίζουμε, η περίπτωση του “ελληνικού χρέους”. Αφού τονώθηκε η ελληνική ταχεία ανάπτυξη με δάνεια, μετατράπηκαν τα δάνεια αυτά σε δημόσια και επιβλήθηκε η λιτότητα η οποία εξασφάλισε (ως πότε θα το δούμε) την απόδοση τίτλων που δεν μπορούσε να εξυπηρετεί ένα νέο εισόδημα, αποτέλεσμα μιας νέας παραγωγής.
Αλλά οι πολιτικές λιτότητας και η υπερχρέωση, ενώ συνεχίζουν να αποτελούν προϋποθέσεις για την κερδοφορία του κεφαλαίου, συντηρούν και τη στασιμότητα της παραγωγικότητας. Οι καινοτομίες και η “έξυπνη εξειδίκευση” που αποτελεί την κατεξοχήν αναπτυξιακή προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν ανατρέπουν αυτή την κατάσταση διότι είναι πλέον μειωμένη η ικανότητα του καπιταλισμού να ενσωματώνει καινοτομίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα συνολικά. Κατά την ομάδα οικονομολόγων της ATTAC, η εξάντληση των αυξήσεων της παραγωγικότητας σε συνδυασμό με την επιβράδυνση των αναδυόμενων οικονομιών, οδηγούν πλέον στο ότι δεν μπορεί ο διεθνής καπιταλισμός να εγκαθιδρύσει ένα νέο καθεστώς και συνεχίζει να διαχειρίζεται την κρίση με σπασμωδικές κινήσεις και αβέβαιες προοπτικές.

Ιδιωτικές επενδύσεις: δυνατότητες και εμπόδια

Σε αυτές τις συνθήκες, ποιες είναι οι δυνατότητες για την τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα και ποια είναι τα εμπόδια; Οι πολιτικές των μνημονίων, με την «εσωτερική υποτίμηση» και τις «διαρθρωτικές αλλαγές» στην αγορά εργασίας, δεν είχαν ως τώρα αποτελέσματα σχετικά με τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, ή καλύτερα, όλες οι αισιόδοξες προβλέψεις της τρόικας έπεσαν έξω. Γιατί συνέβη αυτό; Η ελληνική παραγωγή αφορά σε μεγάλο βαθμό την εγχώρια αγορά και η λιτότητα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του παραγωγικού δυναμικού, αλλά και τη μείωση της εσωτερικής ζήτησης. Ο εξωστρεφής τομέας δεν είχε έναν αξιοσημείωτο δυναμισμό και ήταν – και παραμένει – οργανικά εξαρτημένος από δραστηριότητες κατά βάση εσωστρεφείς.
Αλλά ακόμα κι αν παρατηρηθεί μια ανάκαμψη των επενδύσεων, από το πολύ χαμηλό σημείο όπου έχουν φθάσει, δεν σημαίνει ότι θα αφορά επιχειρήσεις που θα ηγηθούν μιας δυναμικής εξωστρεφούς ανάκαμψης, και πόσο μάλλον μιας συνολικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Για να συμβούν αυτά χάρη σε ιδιωτικές επενδύσεις πρέπει να υπάρχει κερδοφορία ελκυστική, αγορές προσιτές και σε διαδικασία μεγέθυνσης (μια σοβαρή δυσκολία στις συνθήκες στασιμότητας), και θεσμικό πλαίσιο άσκησης αναπτυξιακών πολιτικών που να μην περιορίζεται σε επιδοτήσεις διαφόρων ειδών, αλλά να καλύπτει όλα τα στάδια της αλυσίδας της αξίας, από την έρευνα ως την πώληση. Το συμπέρασμα είναι ότι ενώ έχουμε αξιοποιήσιμους συντελεστές παραγωγής, ανθρώπινο δυναμικό, γη, κτίρια, φυσικούς πόρους, πολιτισμό, κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, δεν μπορούμε να τους αξιοποιήσουμε αν βασιστούμε στις φιλοδοξίες και τις γνώσεις ιδιωτών επιχειρηματιών.
Η έκδοση της ATTAC καταλήγει στο ότι πρέπει να πάρουμε έναν “άλλο δρόμο” και να βασιστούμε στις εξής προϋποθέσεις: “από την μία στην ανάπτυξη της σφαίρας των μη αγοραίων δραστηριοτήτων, των δημοσίων υπηρεσιών και της κάλυψης των κοινωνικών αναγκών που βρίσκονται εκτός της λογικής του κέρδους, και από την άλλη στη συλλογική διαχείριση των φυσικών πόρων, που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως κοινά αγαθά. Τα κοινά απαιτούν μια διαφορετική οργάνωση που βασίζεται στην κατανομή του πλούτου και τη συνεργασία, σε νέα παραγωγικά πρότυπα, στην ανοιχτή συμμετοχή υπεύθυνων πολιτών και την κοινωνική καινοτομία”.
«Η αγορά δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ανώτερη σε σχέση με τους άλλους οικονομικούς θεσμούς, και πρέπει να “επανενσωματωθεί” στην κοινωνία, σύμφωνα με την έκφραση του Karl Polanyi. Οι αγορές πρέπει να πλαισιωθούν αυστηρά και να ανταποκριθούν στους μακροπρόθεσμους στόχους της οικολογικής και κοινωνικής μετάβασης, που ορίζονται από τον δημόσιο σχεδιασμό».
Η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας δείχνει πώς η λογική της ιδιωτικής κερδοφορίας γενναιόδωρα τροφοδοτημένης με δημόσιους πόρους οδήγησε στην απώλεια παραγωγικού δυναμικού και στη φυγή προς την υπερχρέωση, δημόσια και ιδιωτική.

Καθήλωση του ελληνικού καπιταλισμού

Οι πολιτικές των μνημονίων δεν αποτέλεσαν παράγοντες ανανέωσης του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά καθήλωσής του σε καταστάσεις, από παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη, από τις οποίες δεν μπορεί να βγει η οικονομία και η κοινωνία χωρίς μια μεγάλη αλλαγή προσανατολισμού. Μια αλλαγή που θα μας βγάλει από το “όραμα” μιας καπιταλιστικής ανάπτυξης και θα μας βάλει στις λογικές του σχεδιασμού, της ορθολογικής αξιοποίησης πόρων και δυνατοτήτων, της ανανεωμένης δημοκρατίας.

Σημειώσεις:
1. Cette crise qui n’en finit pas PAR ICI LA SORTIE (Η κρίση που δεν τελειώνει ΑΠΟ ΔΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ)
2. Jean-Marie Harribey, Michel Husson, Esther Jeffers, Fréderic Lemaire, Dominique Plihon.

Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν

Πηγή: Η Εποχή