Micro

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του ιστορικού αναθεωρητισμού

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Yale, Στάθης Καλύβας, είναι γνωστός για τις αναθεωρητικές απόψεις του αναφορικά με τη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Μεταξύ άλλων είχε στο παρελθόν υποστηρίξει πως τα τάγματα ασφαλείας δεν υπήρξαν παρά η απάντηση στην «κόκκινη βία» την εποχή του εμφυλίου, την έναρξη του οποίου τοποθετεί στο 1943.[1] Αυτή τη φορά, με  άρθρο του στην «Καθημερινή», ο κ. Καλύβας καταπιάνεται με την δικτατορία των συνταγματαρχών για την οποία αποφαίνεται πως:

  • ήταν αναπόφευκτη και συνέβαλε (άθελά της) στον εκδημοκρατισμό της χώρας
  • πέτυχε ένα οικονομικό θαύμα
  • ευθύνεται για έναν αξιακό και πολιτισμικό (sic) εκσυγχρονισμό

H σίγουρη πορεία προς τον εκδημοκρατισμό

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον καθηγητή, «το πραξικόπημα […] συνιστούσε εκ των πραγμάτων τον πιο πιθανό δρόμο προς τη Δημοκρατία», καθώς η τραγωδία της Κύπρου δημιούργησε «ένα βαθύ και ανυπέρβλητο ρήγμα ανάμεσα στην ακραία και στη μετριοπαθή Δεξιά, χωρίς το οποίο η πορεία προς τον εκδημοκρατισμό θα ήταν πολύ πιο δύσκολη και προβληματική.»

Είναι φανερό πως ο κ. Καλύβας προσεγγίζει το φαινόμενο του εκδημοκρατισμού, για να το θέσουμε ευγενικά, εντελώς απλοϊκά. Ένα αυταρχικό καθεστώς, όπως η χούντα των συνταγματαρχών, μπορεί να εγκυμονεί το σπόρο της Δημοκρατίας! Ακόμη παραπέρα, είναι η δικτατορική περίοδος που προσέφερε τα εργαλεία για τη μετάβαση στη Δημοκρατία. Είναι όμως πράγματι έτσι;

Είναι αδύνατο ο κ. καθηγητής να αγνοεί το έργο του σπουδαίου συναδέλφου του, Τσαρλς Τίλλυ, εκ των επιφανέστερων μελετητών του φαινομένου του εκδημοκρατισμού.[2] Ο Τίλλυ περιγράφει τη Δημοκρατία ως μια «αδιάλειπτη διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ κράτους και πολιτών», ως μια δυναμική στο χρόνο διαδικασία, που στην πραγματικότητα δεν τελειώνει ποτέ και θα μπορούσε να  αναπαρασταθεί ως κίνηση πάνω σε έναν άξονα, το ένα άκρο του οποίου τείνει προς την αποδημοκρατικοποίηση και το άλλο προς τον εκδημοκρατισμό.

Ο κ. Καλύβας, λοιπόν, κατορθώνει το ακατόρθωτο: να ταυτίσει τη διαδικασία αποδημοκρατικοποίησης με αυτή του εκδημοκρατισμού, μεταλλάσσοντας, ίσως, την προσφιλή του θέση που θέλει «τα δύο άκρα» να συνδέονται. Άλλωστε, κάτι παρόμοιο δεν υποστήριζαν και οι δικτάτορες; Θα έβαζαν τη χώρα στο γύψο, προκειμένου να τη γιατρέψουν από τον κομμουνισμό και να την επαναφέρουν στον ίσιο (δημοκρατικό) δρόμο.

Ποιον οφείλουμε να ευχαριστήσουμε για τη Δημοκρατία;

Τι εξέθρεψε τη δικτατορία και τι την ανέτρεψε; Ο κ. Καλύβας έχει μια απάντηση και σε αυτό: «[…] αρκετοί αντικειμενικοί παρατηρητές της εποχής κάνουν λόγο για μια επιφανειακή μεν αλλά πλατιά αποδοχή» εκ μέρους της ελληνικής κοινωνίας, ενώ «χωρίς το σοκ του Ιουλίου ’74 δύσκολα θα είχαμε την καθαρή λύση του πολιτειακού και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ το 1974».

Με άλλα λόγια για την επικράτηση του καθεστώτος ευθύνεται η αποδοχή του (ούτε καν ανοχή) από την κοινωνία με αδιάψευστους μάρτυρες κάποιους «αντικειμενικούς παρατηρητές», που ο καλός καθηγητής δε μπαίνει στον κόπο να κατονομάσει. Για τον εκδημοκρατισμό, από την άλλη πλευρά, ευθύνεται η πολιτική ελίτ που αποφάσισε τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Ο Τίλλυ, ωστόσο, και πάλι θα διαφωνούσε: «Η αποδημοκρατικοποίηση προκύπτει συνήθως ως αποτέλεσμα των αντιδράσεων από μέρους των πολιτικών ηγεσιών και ελίτ σε καταστάσεις που οι ίδιες εκλαμβάνουν ως κρίσεις του καθεστώτος και ως απειλή στη δική τους εξουσία. Ο εκδημοκρατισμός, από την άλλη πλευρά, συνήθως προκύπτει όταν το κράτος (έστω και απρόθυμα) ανταποκρίνεται θετικά στα λαϊκά αιτήματα, αφού έχει κοπάσει κάπως η πολιτική κρίση».[3]

Η χούντα έφερε δρόμους

Σε κάθε περίπτωση ο κ. Καλύβας για ένα πράγμα είναι σίγουρος: «Πράγματι, η δικτατορία ταυτίστηκε με μια εποχή μεγάλης οικονομικής ανόδου και αισιοδοξίας, με την κορύφωση ουσιαστικά του μεταπολεμικού ελληνικού οικονομικού θαύματος. Η χώρα αστικοποιήθηκε, η οικοδομική δραστηριότητα γνώρισε δόξες, το οδικό δίκτυο επεκτάθηκε, ο εξηλεκτρισμός της χώρας ολοκληρώθηκε και πραγματοποιήθηκαν μεγάλης κλίμακας ξένες επενδύσεις.»

Εδώ δε θα ασχοληθούμε με την κατάρριψη του μύθου του οικονομικού θαύματος της χούντας. Αυτό έχει γίνει επαρκώς στο βιβλίο του Ελευθεράτου,[4] αλλά και ενδεικτικά εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Δε μπορούμε όμως να αποφύγουμε τον πειρασμό, με αφορμή την άποψη που εκφέρει, να αποδώσουμε στον κ. Καλύβα τον τίτλο του ιδεολογικού ταγού των ανθρώπων που τους αρέσει να κοιμούνται «με το κλειδί στην πόρτα», των συνωμοσιολόγων νοσταλγών του καθεστώτος που συναντά κανείς σε ταξί και καφενεία, των νοικοκυραίων τηλεθεατών εκπομπών που πωλούν κινητά, ιστορίες για εξωγήινους και πατριωτισμό ανάκατα.

Ο ραγδαίος «αξιακός και πολιτισμικός εκσυγχρονισμός» της χούντας

Πέρα όμως από την προσφορά της χούντας στη διαδικασία εκδημοκρατισμού και την οικονομική άνοδο της χώρας, ο εμβριθής καθηγητής εντοπίζει πως η δικτατορία συνετέλεσε «με έμμεσο τρόπο στον ραγδαίο αξιακό και πολιτισμικό εκσυγχρονισμό» της κοινωνίας, αφού «παρά τις αυταρχικές πρακτικές του καθεστώτος, πολλές τέχνες άνθησαν και η νεολαία προσέγγισε μαζικά τα δυτικά πρότυπα διασκέδασης, κατανάλωσης και ζωής.»

Στο σημείο αυτό, το άρθρο υπονοεί  πως ενδεικτικά της ανόδου του ελληνικού πολιτισμού θα έπρεπε να θεωρούνται το μαζικό σπάσιμο πιάτων, η λατρεία του κιτς όπως εκφράστηκε στο Παναθηναϊκό στάδιο, η ρητορική δεινότητα του Παττακού ή η γνωστή ρήση της Έλενας Ναθαναήλ «κέφι ιζ α γκρικ γουέρντ» και όχι, ας πούμε, οι συνθέσεις του Θεοδωράκη, οι αντιστασιακές θεατρικές παραστάσεις και η εκδοτική άνθηση, πολιτιστικές εκφάνσεις, οι οποίες ξεφεύγοντας από «τα δυτικά πρότυπα διασκέδασης» που προωθούσε το καθεστώς, στρέφονταν εναντίον του.

Ο κ. Καλύβας όμως συνεχίζει. Η δικτατορία, λέει, ενίσχυσε «την τάση των ανθρώπων για αναζήτηση της ευτυχίας στην ιδιωτική σφαίρα.» Εδώ δε μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε. Άλλωστε μόνο η ιδιωτική σφαίρα προσφέρονταν για οποιαδήποτε δραστηριότητα, καθώς η δημόσια δεν ήταν διαθέσιμη. Είναι, βέβαια, απορίας άξιο το πώς οι μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες δεν πέρασαν χούντα.

Ένα μικρούλι, τοσοδούλι διαλειμματάκι

Το καλύτερο όμως ο κ. Καλύβας το κράτησε για το τέλος: «Η δικτατορία ξεπεράστηκε εύκολα και γρήγορα. Ίσως γιατί υπήρξε ένα μικρό διάλειμμα δίχως μεγάλη σημασία. Ίσως γιατί μας θυμίζει κάποιες ενοχλητικές πτυχές της Ιστορίας που προτιμάμε να βάζουμε στην άκρη. Ίσως πάλι, γιατί χωρίς αυτήν, ο πολιτικός και κοινωνικός εκσυγχρονισμός της χώρας να είχε απαιτήσει πολύ πιο μακρόχρονες και επίπονες διαδικασίες. Η δικτατορία είναι σαν ένα από αυτά τα μεγάλα παλιά έπιπλα που δεσπόζουν σε ένα δωμάτιο τόσο πολύ που δεν τα παρατηρούμε ποτέ.»

Ίσως ο παραλληλισμός της επταετίας με έπιπλο να υποκρύπτει μια προσεκτική αναφορά σε κάποιο φέρετρο μέσα σε νεκροδωμάτιο. Σε κάθε περίπτωση, στο ασήμαντο αυτό διάλειμμα επτά ετών συγκαταλέγονται 80.000 συλλήψεις πολιτών (ένας στους εκατό περίπου, στο σύνολο του πληθυσμού) για πολιτικούς λόγους. [5] Κάποιες χιλιάδες περιπτώσεις βασανισμών, εξοριών κτλ. δεν είναι τίποτα μπροστά στο μεγάλο δώρο του εκσυγχρονισμού που προσέφερε η χούντα στη χώρα μας.

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθούμε στη θεωρητική διάκριση μεταξύ αυταρχικών και ολοκληρωτικών καθεστώτων, η οποία έχει σημασία και την οποία ασφαλώς δεν αγνοεί ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης κ. Καλύβας. Μια στρατιωτική δικτατορία, λοιπόν, παρά την εκτεταμένη καταστολή που εφαρμόζει, δεν έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει σε πλήρη «ασφυξία», ή και σε εξαφάνιση τις αντιπολιτευόμενες φωνές, πράγμα που μάλλον ισχύει σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Το τελευταίο εκμηδενίζει βίαια κάθε είδος πολιτικού και κοινωνικού πλουραλισμού, με την «κατασκευή ενός κράτους που αγκαλιάζει τα πάντα, και του οποίου η επιρροή καταλαμβάνει κάθε πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης».[6] Με τη «λογική», λοιπόν, του κ. Καλύβα, αν στη θέση της στρατιωτικής χούντας είχαμε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς τότε σήμερα θα βιώναμε χαρούμενοι τον απόλυτο εκσυγχρονισμό μέσα σε ένα αμεσοδημοκρατικό, αταξικό πολίτευμα. Ίσως να το προσπαθούσαμε ξανά.

 

 

Υ.Γ. H «Καθημερινή», που φιλοξενεί το άρθρο του κ. Καλύβα, πάλαι ποτέ ναυαρχίδα του αστικού Τύπου στην Ελλάδα, είχε κλείσει για να εναντιωθεί σε αυτό το μικρό και λιγάκι ενοχλητικό επταετές διάλειμμα.

 

 

 

[1] Stathis N. Kalyvas, «Red terror : leftist violence during the occupation,» στο After the War Was Over: Reconstructing the Family, Nation, and State in Greece, 1943-1960, επιμ. Mark Mazower (Princeton: Princeton University Press, 2000).

[2] Ένα από τα τελευταία του έργα αποτελεί το Charles Tilly, Δημοκρατία [Democracy], επιμ. Παντελής Λέκκας, μεταφρ. Παντελής Λέκκας και Κώστας Θεολόγου (Αθήνα: Gutenberg, 2011).στο οποίο ο συγγραφέας συνοψίζει τα ευρήματα της πολυετούς ενασχόλησής του με τις διαδικασίες εκδημοκρατισμού.

[3] Στο ίδιο., 92-93.

[4] Διονύσης Ελευθεράτος, Λαμόγια στο χακί. Οικονομικά «θαύματα» και θύματα της χούντας (Αθήνα: Τόπος, 2015).

[5] Νίκος  Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση (1922 – 1974), Όψεις της ελληνικής εμπειρίας μεταφρ. Βενετία Σταυροπούλου, Γ’ εκδ. (Αθήνα: Θεμέλιο, 1995), 605. Σύμφωνα με τον Αλιβιζάτο  ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων που αναγκάστηκαν να υποστούν έλεγχο και να υπογράψουν δηλώσεις «νομιμοφροσύνης» ανήλθε στους 200.000. Στο ίδιο., 620.

[6] Andrew Heywood, Εισαγωγή στην πολιτική, μεταφρ. Καράμπελας Γιώργος (Αθήνα: Πόλις, 2006), 148.