ΣΥΡΙΖΑ

Αλέξης Χαρίτσης: Ανάπτυξη με άλλους όρους

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός.

Εργάζεσαι σε έναν τομέα, το ΕΣΠΑ, σε μια περίοδο που οι πόροι είναι πολύ περιορισμένοι, άρα η διαχείρισή του είναι κάτι σημαντικό.

Πράγματι, οι πόροι είναι πεπερασμένοι και, μ’ αυτή την έννοια, η διαχείρισή τους είναι σημαντική. Από εκεί και πέρα, όμως, η διαχείριση των πόρων δεν είναι πανάκεια, δεν φτάνει. Πρώτον, η βελτίωση του γενικότερου πολιτικού κλίματος, μετά την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, διαμορφώνει μια αναγκαία συνθήκη για να πάμε παρακάτω και να συζητήσουμε, πλέον, με άλλους όρους τα ζητήματα της ανάπτυξης. Μ’ αυτή την έννοια μπαίνει και το ζήτημα της αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων, με τους δικούς μας όρους, κάτι πολύ σημαντικό. Αλλά πέρα απ’ το να δούμε τι πόρους έχουμε στη διάθεσή μας –διότι το ΕΣΠΑ είναι μια πηγή χρηματοδότησης, δεν είναι η μοναδική– η αξιοποίησή τους για να έχει νόημα, από τη δική μας σκοπιά, πρέπει να συνοδεύεται από ένα σχέδιο. Διαθέσιμοι πόροι,  πολύ σημαντικοί μάλιστα, υπήρχαν και πριν την κρίση. Βεβαίως, η κρίση δημιούργησε μια τεράστια αποεπένδυση, η οποία πρέπει να καλυφθεί, δεν αποτελεί, όμως, ικανή συνθήκη από μόνη της η εξεύρεση των πόρων. Πρέπει να βρούμε πώς θα κατευθυνθούν στην οικονομία, ποιες ανάγκες θα καλύψουν, ποια παραγωγικά υποκείμενα έρχονται να εξυπηρετήσουν.

 

Τρία κριτήρια αξιοποίησης των ΕΣΠΑ

 

Ανέφερες, μόλις, «με τους δικούς μας όρους». Υπάρχουν, όμως, αυστηρές προδιαγραφές που κατευθύνουν τους πόρους. Αν είναι έτσι, πώς θα λειτουργήσει η πολιτική της κυβέρνησης;

Ειδικά το ΕΣΠΑ είναι ένα σύστημα που διέπεται από έναν πολύ ισχυρό και συγκροτημένο κανονιστικό καθεστώς, το οποίο είναι πάρα πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να το υπερβείς. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να λειτουργεί για μας ως άλλοθι ώστε να μην αξιοποιούμε όλες τις δυνατές ευελιξίες που διαθέτει το σύστημα και οι οποίες είναι πολλές. Αν πρέπει να το κατηγοριοποιήσω θα έλεγα ότι τους πόρους του ΕΣΠΑ θα πρέπει να τους αξιοποιούμε βάσει τριών, πολύ συγκεκριμένων, κριτηρίων. Πρώτον, την επιλεξιμότητα, δηλαδή κατά πόσο ένα έργο, μια δράση, εμπίπτει στους κανονισμούς των προγραμμάτων. Δεύτερον, την ωριμότητα, να έχουμε δηλαδή προτάσεις των οποίων η υλοποίηση να μπορεί να ξεκινήσει σε εύλογο διάστημα. Αντίθετα, στο προηγούμενο μοντέλο, εντάσσονταν έργα ατάκτως ερριμμένα, χωρίς να ελέγχεται η ωριμότητά τους, άρα χωρίς να μπορούμε να προχωρήσουμε στην υλοποίησή τους. Τρίτον, το πιο σημαντικό για μας, είναι το ποιες οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες σκοπεύουμε να εξυπηρετήσουμε. Διότι, εγώ μπορεί να έχω μια πρόταση για ένα έργο, το οποίο να είναι και επιλέξιμο και ώριμο, μελετητικά να μπορεί να προχωρήσει, αλλά να μην οδηγεί πουθενά, να μην έχει καμιά αναπτυξιακή προοπτική, να μην εξυπηρετεί την κοινωνία. Αυτά είναι τα τρία κριτήρια που μας οδηγούν. Και η απορροφητικότητα, βεβαίως, καθώς σε συνθήκες κρίσης πρέπει να απορροφήσεις και το τελευταίο ευρώ. Στις σημερινές συνθήκες θα αναμετρηθούμε όχι τόσο με τα ποσοτικά στοιχεία, αλλά με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή, πόσες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν από αυτά τα προγράμματα, ποιες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες θα ενισχυθούν, πόσα έργα πραγματικά αναπτυξιακού χαρακτήρα θα υλοποιηθούν και θα έχουν πολλαπλασιαστικά οφέλη; Αυτοί είναι οι δείκτες όπου θα κριθούμε. Να διευκρινίσω ότι όταν μιλάμε για το ΕΣΠΑ, επί της ουσίας μιλάμε για το σύνολο των δυνατοτήτων που έχουμε στη διάθεσή μας. Διότι ένα από τα στοιχεία, που επίσης μας διαφοροποιεί απ΄ τους προηγούμενους, είναι ότι βλέπουμε όλα τα εργαλεία να δρουν συμπληρωματικά μεταξύ τους, εντός ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού. Δεν ισχύουν άλλα για τον αναπτυξιακό νόμο και άλλα για το ΕΣΠΑ. Ίδιες είναι οι προτεραιότητες και οι τομείς που θέλουμε να ενισχύσουμε, ίδιες είναι οι εμφάσεις που δίνουμε σ’ όλα τα εργαλεία, με τον ίδιο τρόπο μιλάμε για όλα.

 

Ολοκληρωμένες αλυσίδες αξίας

 

Ποιοι είναι οι τομείς που επιλέγετε;

Οι τομείς είναι πάνω-κάτω εκείνοι που έχουν καταγράψει όλες οι μελέτες για την ελληνική οικονομία. Δεν είναι για μας η κλαδική διάρθρωση το πιο σημαντικό, αν και αυτή, βεβαίως, παίζει το ρόλο της, αλλά να δούμε πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε αυτό, που εμείς ονομάζουμε, αλυσίδες αξίας. Δεν έχει, δηλαδή, για μας σημασία μόνο να ενισχύσουμε ορισμένους κλάδους, όπως γινόταν στο παρελθόν, είτε ο κλάδος είναι η πρωτογενής παραγωγή, είτε η ενέργεια, είτε το περιβάλλον, αλλά το πώς μέσα από συνέργειες μεταξύ αυτών των παραγωγικών δραστηριοτήτων μπορούμε να δημιουργήσουμε μία ολοκληρωμένη αλυσίδα, η οποία θα παρακολουθεί την υλοποίηση μιας παραγωγικής δραστηριότητας, την παραγωγή ενός νέου προϊόντος, μιας υπηρεσίας, στο σύνολό της, από την πρωτογενή παραγωγή μέχρι το τελικό προϊόν και τη διάθεσή του στις αγορές. Αυτή την αλυσίδα θέλουμε εμείς να ενισχύσουμε μέσω των προγραμμάτων ΕΣΠΑ και γι΄ αυτό έχει μεγάλη σημασία και η σύνδεση με τα προγράμματα τα οποία, διαχειρίζεται το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Διαφορετικά, οι χρηματοδοτικές πρωτοβουλίες είναι τουφεκιές στον αέρα. Μας χρειάζονται ολοκληρωμένα σύνολα.

 

Ενίσχυση της εργασίας

 

Υπάρχει σήμερα ο αναγκαίος σχεδιασμός, με ιεραρχήσεις και ποιοτικά κριτήρια;

Πρέπει να παντρέψουμε τις δικές μας προτεραιότητες, όπως αυτές προκύπτουν από τις αναλύσεις που κάναμε σε σχέση με την παραγωγή και τις αναπτυξιακές συνθήκες της χώρας, με τις συνθήκες που βρίσκουμε σήμερα μπροστά μας, εν μέσω βαθιάς πρωτοφανούς κρίσης, αλλά και έχοντας υπόψη και τις δυνατότητες και τις αδράνειες της δημόσιας δοίκησης (Δ.Δ.), του κράτους που καλείται να υλοποιήσει το σχέδιό μας. Είναι ένα σημείο αυτό, που, ενδεχομένως, στις αναλύσεις μας είχαμε υποτιμήσει. Γι’ αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικές, και για το ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης, οι πρωτοβουλίες οι οποίες αναλαμβάνονται το τελευταίο διάστημα σε σχέση με τους μετασχηματισμούς και τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση και το κράτος. Τώρα, για το αν υπάρχει συνολικό σχέδιο. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, ένα τέτοιο σχέδιο, που να πατά γερά στις δεδομένες συνθήκες, βρίσκεται σήμερα σε μια δυναμική διαδικασία διαμόρφωσης. Γίνεται μεγάλη προσπάθεια να συνενωθούν οι κατευθύνεις που έχουμε θέσει, οι πρωτοβουλίες που έχουμε πάρει σε έναν συνολικό σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός έχει τρεις βασικές πτυχές. Πρώτον, την κατάρτιση ενός σχεδίου αξιοποίησης όλων των χρηματοδοτικών εργαλείων που έχουμε στη διάθεσή μας. Η μετεξέλιξη του ΕΤΕΑΝ θα παίξει εδώ πολύ σημαντικό ρόλο. Ο δεύτερος πυλώνας είναι αυτός που αναφέραμε πριν: μέσω των χρηματοδοτικών αυτών εργαλείων, ποιους τομείς θέλουμε να ενισχύσουμε; Για μας, πρώτη, κεντρική προτεραιότητα για το νέο ΕΣΠΑ είναι να ενισχύσουμε τους νέους επιστήμονες και επιχειρηματίες που εγκαταλείπουν τη χώρα κατά χιλιάδες τα τελευταία χρόνια και ψάχνουν απασχόληση στο εξωτερικό. Είναι, λοιπόν, ένα παραγωγικό υποκείμενο το οποίο πρέπει να ενισχυθεί με μεγαλύτερη ένταση απ’ ό,τι μέχρι σήμερα. Θέλουμε να ενισχύσουμε τον κόσμο της εργασίας και να αντιστρέψουμε το μοντέλο «race to the bottom» του νεοφιλελευθερισμού, που επικράτησε τα προηγούμενα χρόνια, της εσωτερικής υποτίμησης και της συνεχούς υποβάθμισης της εργασίας προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Εμείς αντίθετα λέμε, πχ για τα προγράμματα του ΕΣΠΑ, ότι οφείλουν να ενισχύουν την απασχόληση, να δίνουν κίνητρα για νέες θέσεις σταθερής εργασίας. Αυτές είναι προτεραιότητες που πρέπει να συνενωθούν στο συνολικό σχέδιο. Ο τρίτος πυλώνας – πέρα από τα χρηματοδοτικά εργαλεία και τα υποκείμενα προς ενίσχυση – στον οποίο δίνω μεγάλο βάρος και επιμένω, διότι είναι κάτι το οποίο εμπεδώνουμε από την καθημερινή μας τριβή, είναι οι μετασχηματισμοί που απαιτούνται στο κράτος και τη διοίκηση όλων των χωρικών βαθμίδων: κεντρικό κράτος, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Κάτι που λέγαμε από διαίσθηση, τώρα το ζούμε: υπάρχει αισθητή απουσία κουλτούρας σχεδιασμού στη Δ.Δ. και αυτό, τελικά, συνιστά σχέδιο, διότι επιτρέπει σε διάφορα συμφέροντα -ιδιωτικά ή μέσα στο κράτος- να λυμαίνονται τη ΔΔ και τα δημόσια αγαθά. Οποιαδήποτε συζήτηση κάνουμε περί παραγωγικής ανασυγκρότησης, μετασχηματισμών στο παραγωγικό πεδίο, αλλαγής του αναπτυξιακού προτύπου κλπ, είναι στον αέρα εάν δεν λαμβάνει υπόψη της αυτό τον σημαντικό παράγοντα.

Η συμμετοχή πού υπάρχει σ’ όλα αυτά;

 Συμμετέχουμε σε πολλές συγκεντρώσεις είτε κομματικές είτε επαγγελματικών οργανώσεων. Για μας στόχος είναι να ανοίξουμε τα σχέδιά μας και τα προγράμματά μας στην κοινωνία. Γι’ αυτό δεχθήκαμε και κριτική, το πρώτο διάστημα, ότι καθυστερούν να βγουν τα νέα προγράμματα. Το σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να διαμορφωθεί στους τέσσερις τοίχους ενός υπουργείου, αλλά σε επικοινωνία με τη δρώσα κοινωνία.

Εξετάζοντας τον κλασικό προσδιορισμό για τη σύνθεση του ΑΕΠ προκύπτει ότι η παραγωγική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας νοσεί πάρα πολύ. Τι σκεφτόσαστε γι’ αυτό, πώς θα αρχίσει ν’ αλλάζει;

 Προφανώς μας απασχολεί, προφανώς είναι δυσμενής διάρθρωση. Γι’ αυτό λέμε ότι πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η ενίσχυση της παραγωγής. Όλα τα προγράμματά μας αυτό υπηρετούν –γι’ αυτό και η ανάγκη σύγκλισης όλων των εργαλείων– τους ίδιους τομείς πάμε να ενισχύσουμε με διαφορετικές κλίμακες ενδεχομένως ή τρόπους. Θα πρέπει, όμως, να συζητήσουμε σοβαρά και να μελετήσουμε το διεθνή καταμερισμό εργασίας. Επειδή τελευταία γίνεται συζήτηση για τη βιομηχανική παραγωγή, να πούμε ότι η Ελλάδα δεν θα γίνει χώρα παραγωγής με βάση τη φθηνή εργασία ή χώρα όπου τα εργασιακά δικαιώματα ή το περιβάλλον θεωρούνται ως εμπόδια για την ανάπτυξη. Βεβαίως, θα ρίξουμε βάρος στη βιομηχανία, πχ, τροφίμων, καθώς έχουμε πλούσια γεωργική παραγωγή, με δυνατότητες. Εμείς βάζουμε συγκεκριμένες στοχεύσεις, την επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, τους τομείς έντασης γνώσης όπου υπάρχουν δυνατότητες να αναπτύξουμε πλεονεκτήματα. Πρέπει να έχουμε μια κατεύθυνση, δεν είμαστε σε φάση που ενισχύουμε τους πάντες για τα πάντα.

 

Η τεχνοκρατική ΕΕ

 

 Υπήρξες μέλος της ομάδας διαπραγμάτευσης. Ποια τα συμπεράσματα που αποκόμισες; Αυτό που εμείς λέμε για την ΕΕ ότι πρέπει να αλλάξει ριζικά στόχους και θεσμική θεμελίωση πώς το συνάντησες;

Για τη διαπραγμάτευση η αλήθεια είναι ότι αντικρίσαμε μπροστά μας αυτό το οποίο υποπτευόμασταν ή είχαμε πολιτικά ψυχανεμιστεί, αλλά δεν το είχαμε βιώσει. Κι αυτό είναι η μετατροπή της πολιτικής σε διαδικασία τεχνοκρατικής διεκπεραίωσης. Η οποία, όμως τι προϋποθέτει; Ότι τα πολιτικά ζητήματα θεωρούνται λυμένα. Δεν τίθενται πολιτικά διλήμματα περί ιδιωτικοποιήσεων ή μη, πχ, μιας δημόσιας επιχείρησης. Κάθε φορά που επιχειρούσες να μεταφέρεις το επίπεδο της διαπραγμάτευσης στο πολιτικό το επέστρεφαν κατ’ ευθείαν στο τεχνικό. Και όταν εσύ επιχειρηματολογούσες γιατί πρέπει να μείνει δημόσια η ΔΕΗ πχ (αυτή η συζήτηση είχε, προφανώς, πολιτικά χαρακτηριστικά), οι άλλοι προσπαθούσαν να υποβαθμίσουν τη συζήτηση με όρους τεχνικούς, οι οποίοι δεν ήταν και πάντα τεχνοκρατικά επαρκείς, καθώς και εμείς καταθέταμε στοιχεία υπέρ της άποψής μας. Η διαδικασία της διαπραγμάτευσης γινόταν λοιπόν αντιληπτή ως μια τεχνική διευθέτηση ήδη ειλημμένων πολιτικών αποφάσεων.

Πέρυσι, επιλέξαμε, μετά την ήττα και την υπό εκβιασμό συμφωνία, να δώσουμε τη μάχη υπό αντίξοες συνθήκες. Ποιο το συμπέρασμά σου σήμερα;

Καταρχήν, υποστήκαμε πράγματι ήττα και, νομίζω, μας το αναγνωρίζει ο ελληνικός λαός ότι αυτό δεν το κρύψαμε, δεν προσπαθήσαμε να φτιασιδώσουμε την πραγματικότητα. Η απάντηση που δώσαμε στο στρατηγικό δίλημμα που είχαμε μπροστά μας μετά την ήττα, ήταν ότι μένουμε όχι από μια προσκόλληση στην καρέκλα, αλλά γιατί δεν έχουμε την πολυτέλεια, από τη στιγμή που η Αριστερά καταφέρνει, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, να βρεθεί στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων και να έχει τη δυνατότητα για πρώτη φορά να καθορίσει τα πράγματα, να απεμπολήσουμε το δικαίωμα και το καθήκον, την ιστορική δυνατότητα. Νομίζω ότι οι εξελίξεις στην Ευρώπη δείχνουν ότι αυτή η απόφαση ήταν σωστή. Ήταν, ασφαλώς, πάρα πολύ επώδυνη και δύσκολη σ’ όλα τα επίπεδα, αλλά αναγκαία. Η  λογική που εκπορεύεται από ορισμένα κέντρα και ΜΜΕ είναι ισοπεδωτική. Προφανώς τα πράγματα ήταν δύσκολα, είχαμε να αντιμετωπίσουμε πολλαπλές κρίσεις αλλά και μέτωπα εσωτερικά, προφανώς φάνηκαν και πολλά δικά μας ελλείμματα για την προπαρασκευή που είχαμε κάνει για να μπορέσουμε να κυβερνήσουμε, ελλείμματα οργανωτικά, ελλείμματα στην κομματική μας λειτουργία και τη γείωσή μας στην κοινωνία, ελλείμματα για τη δυνατότητά μας παρέμβασης σε μαζικούς χώρους και την αυτοδιοίκηση. Όλα αυτά βγαίνουν στην επιφάνεια σε μια τέτοια στιγμή πύκνωσης της ιστορίας και ανάληψης τόσο ιστορικών ευθυνών. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούμε να είμαστε ισοπεδωτικοί. Ήδη η κυβέρνηση έχει δώσει δείγματα γραφής σε μια σειρά από παρεμβάσεις και στο κοινωνικό, ιδίως, πεδίο και στο αναπτυξιακό και οικονομικό πεδίο. Είναι μια άσκηση πολιτικής πολύ πιο δίκαιη και διαυγής από οποιαδήποτε άλλη στο παρελθόν και αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα. Σε τόσο αντίξοες συνθήκες, με ένα διεθνές περιβάλλον τόσο δυσμενές, το ότι έχεις καταφέρει να διαχειριστείς μια τόσο μεγάλη προσφυγική κρίση με όρους, παρά τις υπαρκτές αδυναμίες, επιχειρησιακά επαρκείς, αλλά και χωρίς να προδίδεις τις αξίες σου απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους, αλλά και στη διεθνή κοινότητα, νομίζω ότι είναι επίτευγμα αυτής της κυβέρνησης.

Δεν πρέπει, όμως, να αποσπόμαστε και από τη δεινή πραγματικότητα της διαβίωσης ενός πολύ μεγάλου μέρους του πληθυσμού.

 Θα ήταν, νομίζω, τεράστιο λάθος για μας να προσπαθήσουμε να εξωραΐσουμε την πραγματικότητα. Τα προβλήματα είναι εδώ, είναι υπαρκτά, είναι πάρα πολύ έντονα και δεν μας επιτρέπεται να απευθυνόμαστε στο λαό προσπαθώντας να παρουσιάσουμε success story. Ξέρουμε ποιες είναι οι δυσκολίες, ότι πρέπει και εμείς να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί, να γίνουμε και πιο τολμηροί και πιο κοινωνικά μεροληπτικοί στις παρεμβάσεις μας. Ξέρουμε τα προβλήματά μας, αλλά για να τα κάνουμε όλα αυτά, πρέπει να μπορούμε να παρεμβαίνουμε στα πράγματα.

 

Πρόβλημα συντονισμού

 

 Αναφέρθηκες προηγουμένως στα ελλείμματα που υπάρχουν στη δουλειά κόμματος–κυβέρνησης. Όμως και η έλλειψη συντονισμού κόμματος-κυβέρνησης, δεν είναι σοβαρό πρόβλημα;

Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι υπάρχουν προβλήματα συντονισμού τόσο στη σχέση μεταξύ κόμματος και κυβέρνησης όσο και εντός της κυβέρνησης. Από την εμπειρία μου βλέπω ότι πάρα πολλές φορές τα μέλη του κόμματος δεν είναι πλήρως ενήμερα για κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Υπάρχει, όμως, και αναντιστοιχία, μερικές φορές, ανάμεσα στις αποφάσεις που λαμβάνονται και στη ζύμωση η οποία γίνεται στο κόμμα και ευρύτερα στην κοινωνία. Δεν φτάνει αυτή η ζύμωση προς τα πάνω. Το πρόβλημα είναι αμφίδρομο.

Συνέδριο έχουμε μπροστά μας. Δεν είναι το κατ’ εξοχήν σώμα για να τεθούν και επιλυθούν τέτοιου είδους προβλήματα;

 Σ’ αυτή τη συγκυρία που διεξάγεται, το συνέδριο καλείται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα κατά πρόσωπο και όχι για να προσπαθήσει να τα κρύψει. Να δει και την ετεροβαρή σχέση κόμματος–κυβέρνησης, που δεν μπορεί να συνεχιστεί. Είχαμε διαβλέψει αυτό τον κίνδυνο και πριν το 2015, αλλά τελικά μας συμβαίνει. Μπορεί να είναι αναμενόμενο, αλλά δεν μπορεί να συνεχίζεται, ειδικά σ’ αυτές τις συνθήκες. Νιώθουμε συχνά ότι υπάρχει απόσταση μεταξύ κυβερνητικών κέντρων και κοινωνίας και πρέπει να μικρύνει. Το κόμμα εδώ έχει πολύ κρίσιμο ρόλο: να κινητοποιήσει ενεργές δυνάμεις από τα κινήματα, τους νέους επιστήμονες, τα παραγωγικά στρώματα της κοινωνίας. Για να γίνει αυτό, το κόμμα πρέπει να είναι ανοιχτό, πρέπει να είναι, δηλαδή, υποδοχέας ριζοσπαστικών ιδεών και καινοτόμων προτάσεων, αλλά να παραμείνει ταυτόχρονα κι ένα κόμμα με σαφείς μηχανισμούς παραγωγής πολιτικής και λογοδοσίας. Ας ανατρέξουμε και σε χρήσιμα κλασικά προηγούμενα από τα κόμματα της Αριστεράς, αλλά και νέες ιδέες που μάθαμε στις κινηματικές διεργασίες των τελευταίων χρόνων. Η κοινωνία αυτή τη στιγμή, ιδίως τα πιο δυναμικά της στρώματα, αντιλαμβάνεται ότι το ξεπέρασμα της κρίσης απαιτεί ένα σχέδιο. Αλλά αυτό θα το κάνεις εσύ. Το σχέδιο του αντίπαλου είναι ένα αναμάσημα του γνωστού νεοφιλελεύθερου μοντέλου που, πλέον, ευρύτερα στρώματα έχουν καταλάβει τα όριά του. Γι’ αυτό είναι ιστορική ευκαιρία και δικό σου στοίχημα, πώς για πρώτη φορά, θα παραχθεί ένα σχέδιο, ρεαλιστικό, που θα πατάει στη σημερινή πραγματικότητα, το οποίο θα βάζει προτεραιότητες τις κοινωνικές μεροληψίες που είπα πριν, αλλά το οποίο θα ενσωματώνει κι αυτά τα δυναμικά παραγωγικά στρώματα, που δεν είναι αμιγώς δικά σου, στην υλοποίησή του.

 

Το κόμμα ως ελεγκτής

 

Ανάμεσα στο κόμμα και την κυβέρνηση καταγράφονται και εντάσεις, όπως,  μέσα στην εβδομάδα, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ καταδίκασε την αστυνομική επιχείρηση για την εκκένωση των καταλήψεων στέγης στη Θεσσαλονίκη. Τι σημαίνουν αυτές οι εντάσεις για τη σχέση κυβέρνησης-κόμματος-κοινωνίας;

Είναι σαφές ότι το κόμμα οφείλει να υποστηρίζει, αλλά και να ελέγχει πολιτικά κυβερνητικές αποφάσεις και ενέργειες. Το ένα δεν πάει χωρίς το άλλο. Ο ρόλος του κόμματος δεν μπορεί να είναι εκείνος του χειροκροτητή της κυβέρνησης. Ειδικά τα ζητήματα των κοινωνικών κινημάτων, του σεβασμού στην αυτονομία τους, της αξίας που έχουν ιδιαίτερα οι πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, είναι για εμάς ζητήματα ταυτότητας, που δεν μπορούμε να τα απεμπολήσουμε.

 

Αναλλοίωτα τα ταυτοτικά μας χαρακτηριστικά

 

Οι σύντροφοι που επέλεξαν τον δρόμο εκτός ΣΥΡΙΖΑ μας κάνουν σκληρή κριτική, ότι απεμπολήσαμε ακόμη και ταυτοτικά μας στοιχεία. Τι απαντάς;

Αυτή η κριτική προκαλεί κατάπληξη διότι δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένας κόσμος θεωρεί ότι, εν μία νυκτί, μπορεί να μεταλλαχθείς και να γίνεις μνημονιακός. Αυτό θα συνέβαινε αν αντιμετώπιζες τα γεγονότα του τελευταίου καλοκαιριού σαν μια επιθυμητή εξέλιξη και όχι ως μια ήττα. Αυτό είπαμε και τότε. Δεν αφίστασαι ούτε των αξιακών σου αρχών, ούτε των πολιτικών σου προτεραιοτήτων. Ήττα σημαίνει και μια αναδίπλωση, μια υποχώρηση, να ξαναδώ πώς θα πάω παρακάτω, προς το σταθερό μου στόχο, έχοντας καλύτερη επίγνωση των συσχετισμών που έχω να αντιμετωπίσω. Πολλές φορές επικρατεί και ένας βολονταρισμός, ο οποίος ξεφεύγει εντελώς από την πραγματικότητα. Αλλά η πολιτική παίρνει υπόψη της τον τρέχοντα συσχετισμό για να ασκηθεί έτσι που να τον αλλάξει, γι’ αυτό τη σχεδιάζεις. Οι παρεμβάσεις που γίνονται στο κοινωνικό πεδίο ή στο οικονομικό, έχοντας την έγνοια του κοινωνικού, δείχνουν ότι παραμένουν αναλλοίωτα τα ταυτοτικά μας χαρακτηριστικά. Πρέπει πάντα με ειλικρίνεια να λέμε πού πάμε, πώς προχωράμε, ποιο είναι το σχέδιο, ποιες οι υποχωρήσεις που υποχρεωνόμαστε να κάνουμε με τους εαυτούς μας και με την κοινωνία, αναγνωρίζοντας και τις ελλείψεις μας και τα λάθη μας. Αλλά, βέβαια, για έναν κόσμο που έχει υποστεί ένα σοκ, αυτά είναι λόγια, δεν τον πείθουν από μόνα τους. Σημασία, όταν έχεις την κυβέρνηση, έχει η πράξη. Και εδώ πρέπει να κάνουμε βήματα ώστε να επιβεβαιώνουμε αυτό το σχέδιο.

Οι οργανώσεις πιστεύουν ότι αργούμε σ’ όλα αυτά που θέτεις, δηλαδή στην παραγωγή έργου.

Οι οργανώσεις οφείλουν να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση προς την κυβέρνηση για να μην αργεί. Τον Σεπτέμβρη, θυμίζω, στις προεκλογικές συγκεντρώσεις αντιμετώπιζες και μια επιθετικότητα από κάποιους, αλλά στην πλειοψηφία του κόσμου έβλεπες επιφυλακτικότητα και προσμονή. Ο κόσμος μας έλεγε ότι από εμάς δυο βασικά πράγματα περίμενε. Πρώτον, αυτό το οποίο ονομάσαμε «παράλληλο πρόγραμμα», δηλαδή δέκα πράγματα, δέκα μετασχηματισμούς που θα δώσουν το δικό σου αριστερό αποτύπωμα και τα οποία θα μείνουν σαν παρακαταθήκη στην κοινωνία. Η παρέμβαση για τους ανασφάλιστους, για την πρωτοβάθμια υγεία, αλλαγές που πρέπει να γίνουν στην παιδεία, αλλαγή του παραγωγικού πρότυπου, η κοινωνική οικονομία, η προστασία του περιβάλλοντος, αλλαγές στους θεσμούς του κράτους και τη δημόσια διοίκηση. Γι’ αυτά δεσμευόμαστε. Το δεύτερο, ότι εξακολουθούσες και εξακολουθείς να διατηρείς το ηθικό πλεονέκτημα. Μην μας προδώσετε σ’ αυτά τα δυο, έλεγαν. Και σ’ αυτά θα κριθούμε σε βάθος χρόνου.

Πηγή: Εποχή